Παρασκευή, 4 Οκτωβρίου 2019

Η κατσαρόλα κι η Ελληνίδα μάνα!

16 Σεπτέμβρη του 1994 απόγευμα Παρασκευής φτάνω για πρώτη φορά στο Heathrow κι  η ζωή μου παίρνει μιαν άλλη τροπή. 

Μετά από αμέτρητες ανατροπές και μπόλικη ανακατωσούρα τελικά εγκαταστάθηκα στις φοιτητικές εστίες ζώντας ένα απόλυτο χάος. Λίγες μέρες μετά φτάνουν τα λιγοστά πράγματα που είχα στείλει από την Ελλάδα με φορτωτική. Κάτι παπλώματα, κουβέρτες και χειμωνιάτικα ρούχα. Οι ελλείψεις μου πολλές οπότε αρχίζω να ψάχνω που είναι η αγορά για να ψωνίσω τα βασικά. Βρίσκω ένα μαγαζί του αίσχους - ότι πάρεις 100- από όπου ψώνιζαν όλοι και παίρνω δυο πιάτα δυο ποτήρια και κάτι κατσαρολάκια όπου  το πολύ χωρούσε να βράσεις ένα αυγό. 

Ψάχνω απεγνωσμένα για κάτι πιο μεγάλο μια κατσαρόλα κανονική για σούπα κάτι τέλος πάντων...βρήκα τελικά ένα κατσαρόλι που χωρούσε δυο αυγά και μια πατάτα..Μοιράζομαι το διαμέρισμα της εστίας με ένα Άγγλο, μια Αγγλίδα, έναν Μαλαισιανό, μια Νιγηριανή κι έναν Ολλανδό. Έξι άτομα από τελείως διαφορικές κουλτούρες. Μεγαλεία! Οι υπόλοιποι συγκάτοικοι έχουν βολευτεί πλήρως και μαγειρεύουν, ψήνουν, τηγανίζουν κανονικά. Εγώ δεν μπορώ να βγάλω άκρη με το γκάζι, δυσκολεύομαι να βράσω πράγματα στον φούρνο μικροκυμάτων, δεν μπορώ να ψωνίσω πράγματα από το Σούπερ μάρκετ γιατί όλα είναι τυποποιημένα ακόμη και τα φρούτα και τα λαχανικά και γενικά δυσκολεύομαι με όλα.

Αφού κουτσά στραβά αρχίζω να μπαίνω στο νόημα και στις διατροφικές συνήθειες του λοιπού διαμερίσματος, δηλαδή, τσάι, ατέλειωτο τσάι, κρασί, βραστές πατάτες με κονσέρβα φασόλια και τοστ με πατατάκια κι αφού έχουμε τακτοποιήσει  όλα τα πραγματάκια μας στο ψυγείο με καρτελάκια με ονόματα, η μπανάνα του Μένο, το γιαούρτι του Μαρκ και το αυγό της Κατερίνας...κι όλα φαντάζουν μια χαρά στη θέση τους....στα μέσα του Οκτώβρη...επιτέλους καταφθάνει το Ιππικό. 
Η Ελληνίδα παύλα, Πόντια μάνα!

Ήταν και η μοναδική μάνα που κατέφθασε ποτέ  στο διαμέρισμα μας, αλλά και στις εστίες των  λοιπόν διαμερισμάτων. 
Σκάει μύτη λοιπόν το Μαρικάκι στο Gatwick με δάκρυα στα μάτια και δυο βαλίτσες ίσαμε το μπόι μου. Τι κουβαλάς μέσα στις βαλίτσες ρε μαμά. Ε! τα βασικά αγάπη μου. 

Να σημειώσω πως εκείνη την περίοδο η Ελληνίδα παύλα Πόντια μάνα ήταν μικρότερη από την ηλικία που έχω εγώ τώρα!!!! Δηλαδή 42! Δηλαδή κοριτσάκι!!!!! Επίσης ήταν εργαζόμενη γυναίκα, και ζούσε στας Ευρώπας αφού είχε έρθει από Γερμανία που ήταν η χώρα διαμονής των γονιών μου....Ευρωπαία, εργαζόμενη, νεότατη γυναίκα δηλαδή....Αλλά η Ελληνίδα παύλα Πόντια μάνα ασχέτως της ηλικίας και λοιπών στοιχείων,  έχει κοινά χαρακτηριστικά με τις πληθωρικές γιαγιάδες του χωριού, που μαγειρεύουν φροντίζουν και δίνονται, με τρόπο αποκλειστικό. Είδος που την καθιστούν πλάσμα μοναδικό στον πλανήτη....

Μπαίνουμε στο μετρό κι εκεί μέσα στο χαμό ένας τύπος παίζει μουσική, με ένα μουσικό πολυόργανο. Μια ωραία μελαγχολική μουσική...τόσο γλυκιά που ξάφνου ένα νεαρός  στο κάθισμα απέναντι  κι ακριβώς μπροστά μας αρχίζει να κλαίει. Έκλαιγε και τα δάκρυα κυλούσαν βουβά στα μάτια του ποτάμι. Κανείς δεν έδωσε την παραμικρή σημασία....ενώ εκείνη άρχισε να στριφογυρνά....
Αχ βρε αυτό το πουλάκι μου τώρα γιατί κλαίει; Ποιος ξέρει ρε μαμά θα έχει τα δικά του....
ΑΑΑΑΑχ το γιαβρί μου ποιος ξέρει τι πόνο έχει. Τι θα θυμήθηκε! Πες του βρε Κατερίνα  τι έχει το παιδί;
Εγώ έπρεπε να παίξω το ρόλο του μεταφραστή ...Δεν είσαι καλά που θα ενοχλήσω τον ξένο τον άνθρωπο.
Κάλε τι ενόχληση μπορεί κάτι να χρειάζεται το πουλάκι μου....
Όχι!
Σιωπηλή για λίγο με σκουλήκια στο κάθισμα...Κατερίνα μήπως να του δώσω μια σοκολάτα έτσι για να χαρεί...Γιατί ως γνωστόν με μια σοκολάτα όλοι χαίρονται. Μαμά μην τυχόν ανοίξεις τις βαλίτσες κι αρχίζεις να ψάχνεις σοκολάτες θα γίνει χαμός....
Σιωπηλή αλλά με βλέμμα λυπηρό κατευθείαν πάνω του ενώ εκείνος σκούπιζε τη μύτη του κι η Ελληνίδα παύλα Πόντια μάνα, να τον κοιτά ψιθυρίζοντας...αχ πως το λυπάμαι το γιαβρί μου....

Φτάνουμε επιτέλους στο διαμέρισμά κι ανοίγουν οι βαλίτσες και ξεπηδούν από μέσα τα απαραίτητα...γιατί τότε στις καλές εποχές τα απαραίτητα έμπαιναν και σε αεροπλάνο!  Ξεχύθηκαν λοιπόν, μακαρόνια, σαλάμια, λουκάνικα, κασέρια τυρί φέτα, σοκολάτες, βάζα με nutellες, μέλια, ελιές, ρύζια, λάδι....και μια κατσαρόλα Ελληνική! Ξέρετε τις δικές μας τις κανονικές. Εκεί όλοι οι συγκάτοικοι σοκαρίστηκαν, ενώ εγώ επιτέλους γελούσα ευτυχισμένη!!! Μια κανονική κατσαρόλα ρε φίλε να κάνεις τη σουπάκλα σου να γουστάρεις....Έχουν μείνει όλοι σέκος. Κατσαρόλα μέσα στην βαλίτσα, σου λέει δεν μπορούσαν να το διανοηθούν. Τι λες αγόρι μου! Εμένα πάλι με ξάφνιασε που η κατσαρόλα ήταν άδεια και δεν είχε μέσα κάτι εξαιρετικά απαραίτητο όπως...φρέσκα αυγά!
Ο Ολλανδός με ρωτά, για το στρατό θα μαγειρέψετε;  Όχι αυτή είναι μια κανονική κατσαρόλα του λέω, για οικογένεια. Σε τέτοιες μαγειρεύετε; με ρωτάει με μάτια γουρλωμένα, σοβαρά;


Μας κοιτούν όλοι σαν εξωγήινους...Φέτα, λάδι! Στο λάδι αρχίζουν τα επιφωνήματα. Δεν είχαν ξαναδεί τόσο μεγάλη συσκευασία. Εγώ είχα φροντίσει βέβαια να μιλήσω με τον μπαμπά στο τηλέφωνο και να ενημερώσω  ότι το λάδι ήταν πανάκριβο και το πουλούσαν σε βαζάκια γυάλινα σαν άρωμα...Δεν είναι να τα αφήνεις στην τύχη αυτά  είναι καίρια θέματα! Άκου λάδι σε μικρό μπουκάλι!Έφριξε ο μπαμπάς που ήτο κι εστιάτορας και γνώστης της καλής και πάνω από όλα πληθωρικής  Ελληνικής κουζίνας!
Ε Μα!Φάρμακο θα πιούμε; 
Αστεία το λες; Πως θα λαδώσει το άντερο χωρίς την λαδούμπα σε τενεκεδάρα!

Πρώτη μέρα λοιπόν η Ελληνίδα παύλα Πόντια μάνα αφού έχει φέρει βόλτα όλη την κουζίνα μου ζητά να της φέρω κιμά κι αυγά και λεμόνια μπόλικα και κάνει την αθάνατη γιουβαρλόσουπα με τριάντα γιουβαρλάκια να κολυμπούν στο απόλυτο αυγολέμονο....Στρώνει τραπέζι με ψωμιά, σαλάτες, φέτες, ελιές και τα τοιαύτα. Όποιος μπαίνει στην κουζίνα ξαφνικά γίνεται προσκεκλημένος.
Πες στο παιδί να φάει μαζί μας ένα πιάτο φαΐ. Δεύτερο σοκ οι συγκάτοικοι. Άνοιγε η μάνα την κατσαρόλα και δωστου...η γιουβαρλόσουπα. Μια κουτάλα για σένα, μια κουτάλα για τον άλλο κι από τρία τέσσερα γιουβαρλάκια να στυλωθείς βρε παιδί μου!
Δεν θα ξεχάσω ποτέ τα γουρλωμένα τους μάτια σαν έβλεπαν την ποσότητα του φαγητού κι ύστερα άλλο σοκ σαν καταλάβαιναν πως αυτό το πιάτο ήταν για εκείνους ( για μένα;...ναι ναι για σένα καλό μου)...κι έπρεπε να το φάνε μαζί με μποοοολικο τυρί και ψωμί ε! και χωρίς σαλάτα θα φάνε τα παιδιά;
Μεγαλεία!!!
Και το ίδιο σοκ που έπαθαν οι συγκάτοικοι με την υπερβολή της  Ελληνίδας  παύλα Πόντιας μάνας το έπαθε εκείνη σαν άνοιξε το ψυγείο και είδε...μια ντομάτα με ένα όνομα πάνω...Ποιος είναι ο Μπεν και γιατί τρώει μια ντομάτα μόνο...μα μία;;;;; και που να έβλεπε πως ο Μπεν έκοβε την ντομάτα στη μέση έτρωγε τη μισή κι έβαζε την άλλη μισή στο ψυγείο! Μεγάλα χουβαρνταλίκια.

Η Ελληνίδα παύλα Πόντια μάνα ήρθε σαν σίφουνας. Έψησε πίτες και παστίτσια. Γλυκά, σούπες και ρυζόγαλα, γέμισε μυρωδιές, γεύσεις και χαρά το κρύο διαμέρισμα της εστίας κι έφυγε με άδειες βαλίτσες και ήσυχο κεφάλι αφού είχε ελέγξει που και με ποιους ζει το καμάρι της!
Έκτοτε εγώ κατάφερα και συνδέθηκα με τον Ελληνικό φοιτητικό πληθυσμό του Πανεπιστημίου και πολύ πολύ συχνά Έλληνες και κάθε λογής ξένοι συγκάτοικοι απολαμβάναμε και μοιραζόμασταν την χαρά που ερχόταν σε μεγάλες κούτες αποκλειστικά και μόνο από τις Ελληνίδες μάνες...γιατί η αλήθεια είναι πως ποτέ δεν ήρθε δέμα από Γερμανίδα, Αφρικανή, Ινδή, Γαλλίδα, Σκωτσέζα, Κινέζα ή μικρή Ολλανδέζα μάνα...Τα δέματα με τα ταψιά μουσακάδες και πίτες, οι τενεκέδες με λάδι και φέτα, τα μαγειρεμένα κρέατα με τις σάλτσες ( βράσε κι ένα μακαρονάκι στα γρήγορα κι έχεις έτοιμο φαΐ παιδί μου!) και τα βρασμένα μοσχαρίσια νουά (όταν γυρίσεις κουρασμένος πέτα μια πατάτα στο νερό με το βρασμένο κρέας κι έτοιμη η σούπα βρε κορίτσι, αγόρι, γιαβρί, πουλάκι, τσιγιέρι μου).
'Όλα, όλα μα όλα, ακόμη και οι μπακλαβάδες οι τυλιγμένοι με μαεστρία μην χυθούν τα σορόπια,  ήταν αποκλειστική έγνοια της Ελληνίδας μάνας! Κι όσοι στις εστίες συγκατοικούσαν σε διαμερίσματα με Έλληνες, το ήξεραν πως  είχαν πιάσει την καλή, γιατί εκτός των άλλων η διαταγή της Ελληνίδας μάνας ήταν, να τα μοιραστείτε με τα άλλα παιδιά παιδί μου, κρίμα είναι...

Την κατσαρόλα...την αθάνατη Ελληνική κατσαρόλα της οικογένειας, την έχω ακόμη. Που και που ξεχαρβαλώνονται λίγο τα χερούλια μα τόσα χρόνια τώρα στέκει αμάσητη κι έχει φιλέψει την δική μου πια φαμίλια και λόχους φίλων και συγγενών. Γιατί η Ελληνική κατσαρόλα είναι σαν την Ελληνίδα με ή χωρίς παύλα Πόντια, Βλάχα, Σαρακατσάνα, Νησιώτισσα, Θρακιώτισσα, Ηπειρώτισσα και βάλε...μάνα! 
Μεγάλη σε μέγεθος και αντοχή! Να χωρά, να βαστάει, να χαίρεται να δίνει, κι εσύ να χαίρεσαι να μαγειρεύεις μέσα της! Κατσαρολάρα ρε φίλε...όχι αστεία! Γιατί ανάμεσα στα άλλα παλαβά που πιστεύει και εννοείται πως ξέρει αποκλειστικά και μόνο η Ελληνίδα μάνα έχει και την πεποίθηση πως για να είσαι καλά πρέπει (εκτός από το να ντύνεσαι καλά) να τρως καλά κι αν τρως καλά...περνάς καλά κι είσαι γερός...κι ευτυχισμένος - και όταν λέμε "καλά", ξέρουμε όλοι τι  εννοεί...

Που τα θυμήθηκα όλα αυτά...δεν ξέρω. Είναι ίσως που αλλάζει ο καιρός κι είπα να κάνω γιουβαρλόσουπα που αλλού...στην κατσαρόλα της Ελληνίδας μάνας...Μόνο που τώρα αυτή η μάνα είμαι εγώ και σαν έρθει εκείνη ώρα, σκοπεύω να σπάσω τα ρεκόρ υπερβολής της μάνας μου! Έχω καλό  DNA. Άλλωστε, έχω ήδη αρχίσει προπονήσεις!...

Καλημέρα αγαπημένοι. Καλό Οκτώβρη!!!!Πάντα με γεμάτες με μυρωδάτη χαρά κατσαρόλες....και να σας πω και κάτι...Αν είχα την ευκαιρία, θα πήγαινα πίσω στο χρόνο για να την δώσω την σοκολάτα σε εκείνον τον νεαρό που έκλαιγε στο μετρό! Ναι ρε φίλε θα γίνω χειρότερη Ελληνίδα  μάνα, από τη  μάνα μου!!!
                                                                                                         Κατερίνα

Παρασκευή, 13 Σεπτεμβρίου 2019

Ο κόλπος...

Πρωινό ξύπνημα στις 7.00 κι ο ήλιος δεν έχει βγει ακόμη πίσω απ'το βράχο. Από το ορθάνοιχτο παράθυρο έρχεται ο ήχος του φλοίσβου. Χουζούρι με τα μάτια μισόκλειστα. Να διαβάσω, να σκεφτώ, να ονειρευτώ, να σηκωθώ να πάω για μια πρωινή βουτιά.. Θέλω να τα κάνω όλα μαζί.Το δωμάτιο υπέροχα σιωπηλό, δροσερό, γεμάτο σκιές. Όλοι κοιμούνται...όχι όλοι....Σηκώνομαι σιωπηλά. Ανοίγω την καφετιέρα να ετοιμάζεται ο καφές και φοράω μαγιό. Βγαίνω ξυπόλητη στις ζεστές πέτρες της αυλής. Φυσάει απαλό νοτιαδάκι που φέρνει μυρωδιές από θυμάρι και άγριο μέλι... Οι μυρωδιές του βράχου με τα βοτάνια του.

Κατεβαίνω τα τρία σκαλοπάτια της αυλής...η αμμουδιά άδεια. Δεν υπάρχει κανείς εκτός από ένα δυο άτομα...τα ίδια κάθε μέρα που κατεβαίνουν την ίδια ώρα κάθε μέρα για το πρωινό τους μπάνιο. Ανοίγω το μικρό πορτάκι και κάνω ένα, δυο, τρία βήματα και τα πόδια μου μπαίνουν στο νερό. Κρυστάλλινο. Σαν ψέμα... Δεν σκέφτομαι δεύτερη φορά, δεν διστάζω στιγμή. Βουτάω. Στόχος είναι να κολυμπήσω ως το κόκκινο βαρκάκι και μετά ως το λευκό βαρκάκι και μετά ως τη σημαδούρα και μετά να ανοιχτώ στο χείλος του κόλπου. Τα νερά αλλάζουν χρώμα. Από διάφανα, γίνονται απαλό γαλάζιο και μετά τιρκουάζ και μετά μπλε. Ένα βαθύ καθαρό μπλε. Αδιανόητο χρώμα.
Η επιφάνεια της θάλασσας ακίνητη σχεδόν. Ασάλευτα όλα γύρω μου.Ο χρόνος, τα σύννεφα, η ζωή.Σαν τίποτε απολύτως να μην κινείται. Σαν η στιγμή να πάγωσε κι έμεινα μόνη εγώ να διασχίζω απαλά το νερό, αφήνοντας μόνο για λίγο τα χνάρια μου στο νερό και μετά από λίγο όλα σβήνονται. Τίποτε δεν δείχνει πως πέρασα από εκεί...σαν να μην υπάρχω...


Ακούω την ανάσα μου. Παίζω με το νερό.Βουτάω, τραγουδάω μόνη εκεί στα ανοιχτά κοιτάζοντας από μακριά το μικρό ψαροχώρι που λατρεύω!
Ουρανός.Θάλασσα. Ο ορίζοντας απέραντος μπροστά μου.Μικροσκοπική κουκκίδα στην μέση του Ιονίου νιώθω...Μικρή κι ασήμαντη για το κόσμο όλο.Τι ανακουφιστική στιγμή...

Κολυμπώ μετά από ώρα προς τα πίσω. Εκεί στα βράχια αρχίζω να συναντώ κι άλλους πρωινούς κολυμβητές τους ίδιους κάθε φορά. Την  κυρία με το κάτασπρο καπελάκι με το ολοστρόγγυλο γείσο που θα μου χαμογελάσει και θα μου πει κάτι διαφορετικό κάθε φορά όπως "χάρμα είναι σήμερα", και θα νιώσω σαν να ζω σε ελληνική ταινία. Εκεί μετά το κόκκινο βαρκάκι θα συναντήσω την κυρία Χαρά που κολυμπά κάθε πρωί φορώντας το πράσινο ψάθινο καπέλο της και θα πιάσουμε συζήτηση. Θα μου πει για τα παιδιά και τα εγγόνι της. Για τα χρόνια που ζούσε στο εξωτερικό, ακολουθώντας τον σύζυγο που έκανε μια τόσο σημαντική δουλειά. Για την καριέρα που εγκατέλειψε για να μεγαλώσει τα παιδιά της.Για το ότι δεν μετάνιωσε...ή μήπως μετάνιωσε λίγο;  Για τα χρόνια που ονειρεύονταν πως μια μέρα θα γύριζαν στο νησί. Για όλα τα παράξενα που έχει η ζωή και πως τελικά δεν μαθαίνεις από αυτά που πάνε ίσια μα από αυτά που πάνε στραβά!

Μια γαλήνη έχει ο ήχος της φωνής της. Μια πελώρια αγάπη για την ζωή.Μια αισιοδοξία. Λέμε αντίο και σιγά σιγά βγαίνω από το νερό. Στο τέλος της αμμουδιάς θα συναντήσω την γάτα κουλουριασμένη στην καρέκλα.Την ίδια κάθε φορά.Εκεί βγάζει την νύχτα.. Θα μιλήσουμε λίγο, θα της χαρίσω χάδια, θα μου γουργουρίσει κι ύστερα θα μου γυρίσει την πλάτη και θα συνεχίσει τον ύπνο της. 
Με τα πόδια γυμνά ανεβαίνω στην αυλή. Στο τέλος της γέρνει η γριά συκιά. Θα μου χαρίσει δυο σύκα...κάθε μέρα από δυο. Θα τα απολαύσω εκεί στην άκρη αγναντεύοντας την θάλασσα...κοιτάζοντας μακριά.Αγκαλιάζοντας τον ορίζοντα.

Ξέρω πως το μαγαζάκι στην γωνία είναι ήδη ανοιχτό. Κατεβαίνω για ψωμί..Το λαγκάδι ξυπνάει. Τα κεπέγκια ανοίγουν κι αγουροξυπνημένοι νωχελικοί τουρίστες προχωρούν σιωπηλά προς το μικρό καφέ μπροστά στη θάλασσα. Μια απαλή βουή πλανάται καθώς το χωριό βγαίνει από τη νωχελικότητα της νύχτας. Το μπακάλικο μυρίζει δροσιά και μια μυρωδιά ανεξιχνίαστη που κρύβει μέσα της όλη την ασφάλεια της παιδικής μου ηλικίας. Κάτι από άλμη και λάδι...απροσδιόριστο μα τόσο οικείο...Το ψωμί τυλιγμένο σε ρυζόχαρτο φρέσκο, υπέροχα κριτσανιστό...
κι ύστερα θα μπω νυχοπατώντας στο δωμάτιο για να βάλω τον καφέ που μοσχοβολάει και με γεμίζει ευτυχία η σκέψη του. Η πρώτη γουλιά είναι πάντα δυνατή κι εκείνος ζεστός κι κι υπέροχα πικρός και μυρωδάτος! Παίρνω μαζί το βιβλίο μου, το  τιρκουάζ τετράδιο, τον καφέ μου και κατεβαίνω στην πολυθρόνα της κάτω αυλής. Ξαπλωμένη στην ψάθινη πολυθρόνα θα γράψω, θα σκεφτώ, θα παρατηρήσω τον κόσμο που σιγά σιγά γεμίζει την παραλία. Δεν είναι ούτε εννιά ακόμη μα ο κόσμος έχει αρχίσει να έρχεται.
Χρωματιστές ομπρέλες, πετσέτες...χρωματιστοί άνθρωποι κι εγώ κάπου εκεί αθέατη να παρατηρώ. Να απολαμβάνω.
Θα διαβάσω. Θα κάνω ένα διάλειμμα με το βιβλίο στα χέρια.Η ιστορία του με έχει συνεπάρει και σκέφτομαι. Θέλω να διαβάσω παρακάτω, μα δεν θέλω να τελειώσει...ούτε το βιβλίο, ούτε ο καφές μου, ούτε η στιγμή εκείνη....Αυτό που ζω δεν θέλω να τελειώσει..Μα τελειώνει. Η τελευταία γουλιά του καφέ είναι πάντα άγευστη. Έχει πια χάσει όλη του την ένταση.Είναι πια κρύος...

Σε λίγο όλοι θα ξυπνήσουν και θα αρχίσει το πανηγύρι. Μαγιό, μάσκες, περιπέτειες. Γέλια, βουτιές, εξερευνήσεις κι ανακαλύψεις γύρω από τα βράχια και τη σπηλιά. Γεύσεις στιγμές, ιμάμ μπαιλντί και μακαρόνια με κιμά. Ψητά σουτζουκάκια, πατάτες τηγανιτές και κανελομένο ρυζόγαλο. Μυρωδιά καφέ και δροσερού καρπουζιού. Μεσημεριανή σιέστα με τον ήλιο να γεμίζει με σκιές το δροσερό σκοτεινό δωμάτιο, ενώ τα τζιτζίκια τραγουδούν εκεί μακριά μέσα στις ελιές και τα ψηλά κυπαρίσσια. Και σαν σηκώνει μπουκαδούρα το απόγευμα η θάλασσα αγριεύει στον κόλπο.Τα κύματα μεγαλώνουν, τα ρεύματα φουσκώνουν κι όλα γίνονται ευκαιρία για παιχνίδι, άγριο παιχνίδι που μπορεί να σε πονέσει ή ακόμη και να τραυματίσει καθώς η θάλασσα σε ρουφά. Τα παιδιά γελούν. Πόσο δυνατά και ξέγνοιαστα γελούν τα παιδιά και πόσο το περιμένουν αυτό το κύμα...Και το βραδάκι με τα μούτρα ηλιοκαμένα να βολτάρουμε στο λαγκάδι.  Πέτρα, βράχος τηγανιτά ψαράκια και χωριάτικη. Παγωμένη μπύρα και δροσερά Tom Collins με τα χέρια ακουμπισμένα στον ξύλινο πάγκο. Με καπέλα στο κεφάλι και τουρμπάν στα μαλλιά. Με δροσερές λευκές πουκαμίσες και χαϊμαλιά στα χέρια...
Και τη μουσική να παίζει...yellow moon...


Εκεί στο μικρό κόλπο σαν πέφτει η νύχτα, τα χρώματα γίνονται έντονα κι ο ουρανός γεμίζει κόκκινο και η θάλασσα σκιές κι οι άνθρωποι μένουν ξαπλωμένοι στην ζεστή άμμο ως τα ξημερώματα. Μιλούν γελούν...ζουν!
Εκεί ο Ελληνικός Αύγουστος μακραίνει κι απλώνεται στα βράχια, στις ψυχές, στα μάτια. Εκεί  όλοι μαζί θυμόμαστε πως είναι να αγαπάμε τον εαυτό μας.
Σαν ο κόσμος όλος να περιορίζεται σε τούτο τον μαγικό κόλπο. Όλοι μαζί κι ο καθένας υπέροχα μόνος, με μια μοναξιά που δεν φέρνει πόνο μα ελευθερία...

Έτσι νιώθαμε όλοι όσοι ζήσαμε μαζί  για λίγο σε εκείνον τον κλειστό κόλπο. Εκατοντάδες άνθρωποι συναντηθήκαμε εκεί. Ξένοι. Από κάθε άκρη της γης. Ζήσαμε την ρουτίνα των διακοπών μας...
Ο καθένας την δική του. Μοιραστήκαμε τα βράχια, την αμμουδιά, το μικρό πλακόστρωτο λαγκάδι με τα μικρομάγαζα. Αφεθήκαμε στην τρυφερότητα του κόλπου που μας φρόντισε, μας ντάντεψε, μας ηρέμησε, μας νανούρισε. Έστω για λίγο κι ύστερα απλά χωρίσανε οι δρόμοι και πήρε ο καθένας την δική του πορεία...
Πόσα όνειρα, δεν άνθισαν σε τούτο τον κόλπο. Πόσες ιδέες, πόσα σχέδια. Σε τούτο τον κόλπο γέννησα τα πιο στιβαρά όνειρα μου. Σε τούτο τον κόλπο στο μικρό ψαροχώρι που έμαθα να αγαπώ γιατί κρύβει μέσα του τα παιδικά καλοκαίρια του άντρα μου και τώρα των παιδιών μου. Εκεί που είναι οι ρίζες τους.  Εκεί στον καυτό ήλιο, στην μαγική αυλή, με τα πόδια να ζεσταίνονται στις πέτρες και τα αυτιά να ξεκουράζονται με τον ήχο των κυμάτων...
Και φεύγοντας, τον παίρνω μαζί μου. Σαν ενέργεια και σαν φως τον κουβαλώ στις πιο σκοτεινές μέρες του χειμώνα, τούτο τον κόλπο. Τον κόλπο όπου κάθε Καλοκαίρι ξαναγεννιέμαι...

Καλημέρα αγαπημένοι. Είθε τα Καλοκαίρια όλων μας να είναι γεμάτα με την καθαρή ενέργεια της γης, του ουρανού και της θάλασσας. Καλό Φθινόπωρο!

Ακολουθούν εικόνες των διακοπών μας, εκεί στον κόλπο του Άγιου Νικήτα στην Λευκάδα.



















Happy hearts λοιπόν....και ξεκινάμε....
                                                                                                             Κατερίνα

Τετάρτη, 7 Αυγούστου 2019

Καλοκαιρινές φωτογραφίες...

Θα ήθελα να γεμίσω την ζωή με τέτοιες εικόνες. Παιδιών που παίζουν ευτυχισμένα. Ανθρώπων που λιάζονται αγκαλιασμένοι στα βράχια. Θα ήθελε η ζωή να είναι γεμάτη με τέτοιες εικόνες μόνο. Εικόνες απλότητας κι ευτυχίας.
Θα ήθελα τα παιδιά να γιορτάζουν γενέθλια μέχρι τα βαθιά τους γεράματα. Θα ήθελα οι άνθρωποι και τα πλάσματα όλα, να κλείνουν τον κύκλο τους σε τούτο το ταξίδι τους στη γη. Θα ήθελα όλα τα ζώα να είναι ασφαλή κι ελεύθερα και όλα τα δέντρα πελώρια και γεμάτα καρπούς. Θα ήθελα έναν παράδεισο σαν αυτόν που ζούμε και δεν εκτιμάμε...
Θα ήθελα να πιστεύουν όλοι στα θαύματα με τον τρόπο που πιστεύω εγώ. Θα ήθελα όλοι να τα ζούμε και να τα αγγίζουμε, με τον τρόπο που μας αξίζει. Νιώθοντας τα βαθιά μέσα μας, σε κάθε χτύπο της καρδιάς μας....


Γιατί θαύματα είναι αυτό το ηλιοβασίλεμα και τούτα τα γέλια και τα γενέθλια ενός παιδιού κι η αγκαλιά μιας γιαγιάς κι ένα λουλούδι ανθισμένο και μια αγκαλιά σφιχτή κι ένας ήλιος λαμπερός σε μια γαληνεμένη θάλασσα. Το νανούρισμα μιας μάνας και η ασφαλής παλάμη ενός πατέρα.Το χρυσό στα χωράφια και το μπλε στον ουρανό και η μουσική της θάλασσας. Ο χτύπος της ουράς του σκύλου που αγαπάς. Τα ερωτευμένα κορμιά, τα γεμάτα με καρπούς δέντρα. Τα Καλοκαίρια κι οι Χειμώνες κι ο χρόνος που κυλά, με ταπεινότητα, με εμπιστοσύνη χωρίς να ρωτά, χωρίς να νοιάζεται, χωρίς να περιμένει. Η μνήμη αυτών που έφυγαν μακριά κι η ύπαρξη αυτών που ζουν δίπλα μας...οι πολύτιμοι μας άνθρωποι. Όλοι αυτοί που πλαισιώνουν το κάδρο της ζωής μας.

Το κάδρο που αργά και σταθερά κιτρινίζει απαλά κι όλα γίνονται μαγικά σκόνη που την παίρνει ο αέρας...

Τι θα μείνει από εμάς;

Ψυχές γεμάτες με γέλια και λάμψη...αυτό εύχομαι να μείνει από εμάς. Όχι σκοτάδια. Όχι θλίψη, όχι οργή και καταστροφή...μόνο καλοκαίρια ηλιοφώτιστα και κύκλοι που ανοιγοκλείνουν μαγικά, με σεβασμό. Ψυχές που ξέρουν να δίνουν κι ύστερα να σκορπίζονται γιατί δεν έχουν ανάγκη να κρατήσουν τίποτα...μόνο να δώσουν, να μοιραστούν, να γεμίσουν με φως...να γίνουν οι ίδιες φως...


Εύχομαι . Ελπίζω. Επιθυμώ. Έχω ανάγκη να γεμίζω την ζωή με τέτοιες εικόνες. Σε έναν κόσμο που σεβόμαστε κι αγαπάμε γιατί είναι το φως μας. Σε έναν πλανήτη που είναι το σπίτι μας. Σε μια ζωή που ξέρει να μας χαρίζει... 
Να σβηστούμε αργά, με γενναιοδωρία όπως έγραψε κι ο λατρεμένος Ελύτης... Να μάθουμε να λυγίζουμε για να μην σπάμε, να μάθουμε να αντέχουμε να ξεθωριάζουμε αργά χωρίς εγωισμό, σαν τις παλιές μας καλοκαιρινές φωτογραφίες που μας γεμίζουν ευτυχία μόνο με ένα βλέμμα...έστω κι αν δεν υπάρχουν πια στο τώρα μας. Φτάνει που τις ζήσαμε. Φτάνει που κάποτε ήμασταν εκεί με όλη μας τη δύναμη και ρουφήξαμε την κάθε στιγμή! Δυνατά. Αληθινά. Με πάθος...

Καλό  Αύγουστο αγαπημένοι...Καμιά στιγμή χαμένη. Καμία ανάμνηση χωρίς χαμόγελο. Κανένα Καλοκαίρι χωρίς γεύσεις και γέλιο κι έρωτα, ίσως... και λίγο πόνο...
Κανένα Καλοκαίρι χωρίς ζωή! Ζωή τέτοια που σαν θα έρθει η ώρα να ξεθωριάσουμε να μην φοβηθούμε, καθώς ξεθώριασμα δεν σημαίνει τέλος, μα γλύκα...σαν εκείνες τις παλιές μαλακές καραμέλες με γεύση  τριαντάφυλλο. Τις θυμάστε;

Αφιερωμένο!
                                                                                          

Πέμπτη, 18 Ιουλίου 2019

Μαγική Άθυτος ή μήπως Άφυτος;

Πέρσι το προσπαθήσαμε για πρώτη φορά μετά από χρόνια...και καταφέραμε να εξαφανιστούμε για ένα Σαββατοκύριακο στην μαγική Αμμουλιανή. Και φέτος το είπαμε ανάγκη.Το ονειρευόμασταν σαν τρελοί ένα Σαββατοκύριακο και πάλι οι δυο μας χωρίς παιδιά, ξέγνοιαστα ν απολαύσουμε ο ένας την παρέα του άλλου και τα γνωστά... Κι επειδή  το σύμπαν ακούει και κάνει τα δικά του και μέχρι τελευταία στιγμή ζήσαμε μεγαλειώδεις στιγμές με τα καμάρια μας και με δεύτερη συνεχόμενη χρονιά πρόωρη αποχώρηση και των δυο παρακαλώ,  από κατασκήνωση λόγω γαστρεντερίτιδας....ήμασταν επιφυλακτικοί και κάναμε απανωτές προσευχές μην γίνει κάτι και δεν τα καταφέρουμε...

Κι επειδή είπαμε έχουμε το νου μας, θέλαμε να ξεφύγουμε αλλά μην πάμε και μακριά. Μετά από βαθιά κι ουσιαστική σκέψη τύπου "δυο μέρες είναι, δεν θέλουμε μετακινήσεις με αεροπλάνο, καράβι, βαπόρι ή τρένο...αλλά ούτε και με αμάξι. Θέλουμε βασικά να πατήσουμε ένα κουμπί τσακ και να βρεθούμε να λιώνουμε σε μια παραλία...αυτό θέλουμε"...
...και που έχει παραλίες για απόλυτο λιώσιμο; Εδώ δίπλα μας,  αφού ως γνωστόν Σαν την Χαλκιδική δεν έχει....ας μην επαναλαμβανόμαστε....



Η επιλογή ήταν άμεση και ξεκάθαρη και πήγαμε ταξίδι σούπερ μακρινό...μισή ώρα μακριά από το σπίτι μας γιατί ως γνωστόν ο προορισμός μετρά και μετρά διπλά αν είναι δίπλα... Έτσι ο δρόμος που δεν ήταν μακρύς, μας έβγαλε στην μαγευτική Άθυτο.... Ναι ναι μαγευτική. Γιατί μπορεί να είμαστε δίπλα μα εγώ δεν είχα ξαναπάει και τρελάθηκα...

Είναι σαν να βρίσκεσαι σε ορεινό χωριό. Δρομάκια πλακόστρωτα, υπέροχα αρχοντικά πετρόχτιστα  σπίτια. Πλατάνια στην μέση της πλατείας.Θέα υπέροχη με τα σπιτάκια στην σειρά από την μια πλευρά...και από την άλλη τσουπ  ένας δρόμος κατηφορικός κι ήρθαμε στο νησί! Η θάλασσα να απλώνεται μπροστά σου, μαγαζάκια με υπέροχα προϊόντα, μυρωδιές τσίτζιλι μίτζιλι...ταβέρνες στο κύμα, μπιτσόμπαρα, υπέροχα καφέ με θέα το μικρό λιμανάκι... Σοκ. Μέσα σε λίγα λεπτά η μεταφορά είναι απίστευτη και σε ξετρελαίνει!
Ναι δεν είχα ξαναπάει ντροπή μου.








Και ναι αχ! ήταν έρωτας από την πρώτη ματιά...

Και ζήσαμε και πάλι την απόλυτη ηρεμία και χαλάρωση χωρίς παιδιά και σε αντίθεση με πέρσι στην Αμμουλιαννή που το ξενοδοχείο που μέναμε ήταν τίγκα στις οικογένειες με πιτσιρίκια όλων των ηλικιών που όλη την ημέρα και την νύχτα τρέχαν παίζαν, τσίριζαν και ζούσαν τέλεια το ρόλο τους όντας απλά παιδιά...σε αυτό το ξενοδοχείο αντιληφθήκαμε μια σιωπή, μια γαλήνη, ένα κατιτίς απόκοσμο και μετά είδαμε πως δεν υπήρχαν παιδιά και τελικά ναι!!! υπάρχουν και τέτοια ξενοδοχείο που ήταν μόνο για ενήλικες...Σαν το πρωτάκουσα κάποια χρόνια πριν, μου φάνηκε τραγικό κι είπα πως ποτέ δεν θα επέλεγα ένα τέτοιο ξενοδοχείο κι όμως συνέβη τυχαία και...τελικά απίστευτο αλλά να σου πω γιατί όχι ρε φίλε; δεν είναι κι άσχημο για εμάς τους κουρασμένους από τις τσιρίδες και τις αγριοφωνάρες γονείς... Διαφώνησα λοιπόν με το εαυτό μου κι άλλαξα γνώμη  για αυτά τα ξενοδοχεία
Όμως...χεχε... μπορεί να έλειπαν τα παιδιά μα δεν έλειπαν τα κορίτσια....αφού το ξενοδοχείο όλως παραδόξως,  ήταν γεμάτο από κοριτσοπαρέες (μα που πήγαν όλοι οι άντρες) και όλη μέρα το στόμα πήγαινε ροδάνι...μπουρ μπουρ μπουρ και πιρι πιρι κι ατέλειωτα γέλια όλη μέρα. Τα κορίτσια  αυτά, ήταν πολύ χαρούμενα.... Στο τέλος έπεσε και η αυτονόητη ερώτηση στο τρελό αγόρι..."μωρό μου κι εγώ τόσο πολύ μιλούσα"...για να πάρω την αυτονόητα απάντηση "εννοείται πως όχι ρε μωρό μου"...

Γύρισα πλευρό χαρούμενη που  στα νιάτα μου δεν ήμουν πολυλογού, ωστόσο (μεταξύ μας) διατηρώ πολλές επιφυλάξεις για αυτή την απάντηση...

Πέρα από την πλάκα τι να πω πιο ουσιαστικό από το ότι περάσαμε υπέροχα. Είναι τόσο σημαντικό το να μπορείς να βρεθείς μακριά από το σπίτι σε ένα τελείως ουδέτερο περιβάλλον και να μην παίζεις τον ρόλο του γονιού. Έχουμε ξεχάσει πως είναι να είμαστε οι δυο μας. Τι λέγαμε παλιά, τι συζητούσαμε, με τι γελούσαμε...Δεν θυμάμαι. Τώρα όμως γελάμε με την καθημερινότητα που όταν την ζούμε δεν γελάμε καθόλου και θυμόσαστε ατάκες και στιγμές και κοροϊδεύουμε ο ένας τον άλλο και μαζί και τον εαυτό μας για τις ανοησίες που ξεστομίζουμε όταν είμαστε πιεσμένοι από την καθημερινότητα. 
Έπιασε να φυσά έναν υπέροχο νοτιαδάκι. Καθίσαμε στην πλατεία κάτω από τον πλάτανο. Πετρόχτιστα κάτασπρα πεζούλια, ο αέρας να μυρίζει θάλασσα και πάνω από τα κεφάλια μας να χορεύουν πλατανόφυλλα. Κρασάκι, τυράκι, τηγανιτές πατάτες...ωραίες ελληνικές γεύσεις. Κουβεντολόι και το μάτι να γλαρώνει και...τι ωραία φάση ρε φίλε... πόσο εύκολα σε μια τόσο ξέγνοιαστη συνθήκη μπορείς να ξαναβρείς μια ξεχασμένη σχέση...
Το αγαπώ αυτό.Το σαν φεύγουν από την μέση όλα τα ζόρικα της ρουτίνας, αυτό που μένει είναι το μαζί...


Κι αυτό κρατώ από το ταξίδι μας.Την σύνδεση μας.  Και πάλι μας βγήκε κούραση. Την πρώτη ημέρα κοιμόμουν στην παραλία για κανένα τρίωρο με το μαγιό και σκεπασμένη με μια πετσέτα. Ίδια με την γιαγιά μου που την θάβαμε στην άμμο. Τέτοια εικόνα. Η κατάκοπη κυριούλα...Δεν μπορούσα να ανοίξω τα μάτια μου ήταν τρομερό....Σαν όλη η κούραση της χρονιάς να έβγαινε εκείνη την στιγμή μπροστά στην θάλασσα, με τα σύννεφα να τρεμοπαίζουν και το κύμα να σκάει δίπλα μου! Ύπνος βαθύς και το τρελό αγόρι που ξύπνησε ριγωτό ζεβρέ...ξέρεις κατάλευκη πλάτη κατακόκκινη κοιλιά! Εξωτική ομορφιά!








Όμως δεν μας ένοιαζε. Καπελαδούρα, λευκές μαγικές αμμουδιές, περπάτημα στα σοκάκια, γευστικές ατασθαλίες, υπέροχα καφέ, φανταστικά ταβερνάκια, τέλεια μουσική στην πλατεία και στα καφέ, όμορφα τοπία, χρωματιστοί τουρίστες παντού, υπέροχοι άνθρωποι ευγενικοί γλυκύτατοι. Στην αρχή θυμάμαι πως ένιωθα κουρασμένη, βαριά, χωρίς σχήμα...και μετά την πρώτη μέρα σαν να βρήκα το σχήμα μου. Ο ήλιος, ο αέρας, ο ύπνος, το ωραίο φαγητό, η αγκαλιά του αγοριού μου...κι άρχισα και πάλι να νιώθω, εγώ! Ένα κοριτσίστικο εγώ που αγαπώ και μου λείπει τρελά στην καθημερινότητα μας.






Κι έτσι ζήσαμε ένα τέλειο ήρεμο διήμερο. Σε ένα τέλειο ήρεμο χωριουδάκι που τα είχε όλα! Τι να γράψω για την Άθυτο που λέγεται και Άφυτος...ναι όπως και την αποκαλέσεις ένα και το αυτό! Το πιο γοητευτικό δεν ήταν οι θάλασσες, τα τέλεια καφέ, τα πετρόχτιστα σπίτια , τα πέτρινα σοκάκια, οι χαμογελαστοί άνθρωποι τα τέλεια φαγητά...νομίζω το πιο γοητευτικό ήταν αυτή η υπέροχη καλλιτεχνική αύρα που υπήρχε παντού.Σαν να πρόκειται για χωριό καλλιτεχνών και ζωγράφων...Όλο το χωριό γεμάτο στην κυριολεξία με τενεκέδες με βιγόνιες οι οποίοι τενεκέδες ήταν φανταστικά ζωγραφισμένοι κι είχαν πάνω τους τις υπογραφές των καλλιτεχνών. Με ενθουσίασε αυτό. Έβγαλα άπειρες φωτογραφίες τενεκέδων που θα ήθελα σαν τρελή να έχω σπίτι μου! Γενικά η φροντίδα ήταν φανταστική. Φαινόταν η αγάπη των κατοίκων, στο φροντισμένο και πανέμορφο χωριό τους.







Τέλειωσε πια και σκεφτόμουν μέρες να κάνω αυτή την ανάρτηση μιας και η Χαλκιδική πέρασε δύσκολα με όλη αυτή την τρομερή τραγωδία που μας τάραξε όλους.
Καλή δύναμη σε όλους λοιπόν...και ξέρω πως οι άνθρωποι δεν γυρνούν πίσω και μένει ο πόνος βαθιά ριζωμένος. Όπως μένει κι η αγάπη...Κι η αγάπη μας για την Χαλκιδική είναι ριζωμένη...
Πάντα ο δρόμος θα μας βγάζει εκεί, στα δαντελωτά της ακρογιάλια...Κουράγιο λοιπόν Χαλκιδική μας...Ευχαριστούμε μαγική μας Άφυτο θα ξανάρθουμε, με τα ζωντόβολα μας που θέλουν πια να σε γνωρίσουν...και εδώ που τα λέμε, πως να μην ξανάρθουμε.

Μην επαναλαμβανόμαστε συνέχεια...αφού σαν την Χαλκιδική ΔΕΝ έχει!!!!
Καλημέρα αγαπημένοι...Καλό υπόλοιπο Ιούλη....
                                                                                                  Κατερίνα