Παρασκευή, 13 Σεπτεμβρίου 2019

Ο κόλπος...

Πρωινό ξύπνημα στις 7.00 κι ο ήλιος δεν έχει βγει ακόμη πίσω απ'το βράχο. Από το ορθάνοιχτο παράθυρο έρχεται ο ήχος του φλοίσβου. Χουζούρι με τα μάτια μισόκλειστα. Να διαβάσω, να σκεφτώ, να ονειρευτώ, να σηκωθώ να πάω για μια πρωινή βουτιά.. Θέλω να τα κάνω όλα μαζί.Το δωμάτιο υπέροχα σιωπηλό, δροσερό, γεμάτο σκιές. Όλοι κοιμούνται...όχι όλοι....Σηκώνομαι σιωπηλά. Ανοίγω την καφετιέρα να ετοιμάζεται ο καφές και φοράω μαγιό. Βγαίνω ξυπόλητη στις ζεστές πέτρες της αυλής. Φυσάει απαλό νοτιαδάκι που φέρνει μυρωδιές από θυμάρι και άγριο μέλι... Οι μυρωδιές του βράχου με τα βοτάνια του.

Κατεβαίνω τα τρία σκαλοπάτια της αυλής...η αμμουδιά άδεια. Δεν υπάρχει κανείς εκτός από ένα δυο άτομα...τα ίδια κάθε μέρα που κατεβαίνουν την ίδια ώρα κάθε μέρα για το πρωινό τους μπάνιο. Ανοίγω το μικρό πορτάκι και κάνω ένα, δυο, τρία βήματα και τα πόδια μου μπαίνουν στο νερό. Κρυστάλλινο. Σαν ψέμα... Δεν σκέφτομαι δεύτερη φορά, δεν διστάζω στιγμή. Βουτάω. Στόχος είναι να κολυμπήσω ως το κόκκινο βαρκάκι και μετά ως το λευκό βαρκάκι και μετά ως τη σημαδούρα και μετά να ανοιχτώ στο χείλος του κόλπου. Τα νερά αλλάζουν χρώμα. Από διάφανα, γίνονται απαλό γαλάζιο και μετά τιρκουάζ και μετά μπλε. Ένα βαθύ καθαρό μπλε. Αδιανόητο χρώμα.
Η επιφάνεια της θάλασσας ακίνητη σχεδόν. Ασάλευτα όλα γύρω μου.Ο χρόνος, τα σύννεφα, η ζωή.Σαν τίποτε απολύτως να μην κινείται. Σαν η στιγμή να πάγωσε κι έμεινα μόνη εγώ να διασχίζω απαλά το νερό, αφήνοντας μόνο για λίγο τα χνάρια μου στο νερό και μετά από λίγο όλα σβήνονται. Τίποτε δεν δείχνει πως πέρασα από εκεί...σαν να μην υπάρχω...


Ακούω την ανάσα μου. Παίζω με το νερό.Βουτάω, τραγουδάω μόνη εκεί στα ανοιχτά κοιτάζοντας από μακριά το μικρό ψαροχώρι που λατρεύω!
Ουρανός.Θάλασσα. Ο ορίζοντας απέραντος μπροστά μου.Μικροσκοπική κουκκίδα στην μέση του Ιονίου νιώθω...Μικρή κι ασήμαντη για το κόσμο όλο.Τι ανακουφιστική στιγμή...

Κολυμπώ μετά από ώρα προς τα πίσω. Εκεί στα βράχια αρχίζω να συναντώ κι άλλους πρωινούς κολυμβητές τους ίδιους κάθε φορά. Την  κυρία με το κάτασπρο καπελάκι με το ολοστρόγγυλο γείσο που θα μου χαμογελάσει και θα μου πει κάτι διαφορετικό κάθε φορά όπως "χάρμα είναι σήμερα", και θα νιώσω σαν να ζω σε ελληνική ταινία. Εκεί μετά το κόκκινο βαρκάκι θα συναντήσω την κυρία Χαρά που κολυμπά κάθε πρωί φορώντας το πράσινο ψάθινο καπέλο της και θα πιάσουμε συζήτηση. Θα μου πει για τα παιδιά και τα εγγόνι της. Για τα χρόνια που ζούσε στο εξωτερικό, ακολουθώντας τον σύζυγο που έκανε μια τόσο σημαντική δουλειά. Για την καριέρα που εγκατέλειψε για να μεγαλώσει τα παιδιά της.Για το ότι δεν μετάνιωσε...ή μήπως μετάνιωσε λίγο;  Για τα χρόνια που ονειρεύονταν πως μια μέρα θα γύριζαν στο νησί. Για όλα τα παράξενα που έχει η ζωή και πως τελικά δεν μαθαίνεις από αυτά που πάνε ίσια μα από αυτά που πάνε στραβά!

Μια γαλήνη έχει ο ήχος της φωνής της. Μια πελώρια αγάπη για την ζωή.Μια αισιοδοξία. Λέμε αντίο και σιγά σιγά βγαίνω από το νερό. Στο τέλος της αμμουδιάς θα συναντήσω την γάτα κουλουριασμένη στην καρέκλα.Την ίδια κάθε φορά.Εκεί βγάζει την νύχτα.. Θα μιλήσουμε λίγο, θα της χαρίσω χάδια, θα μου γουργουρίσει κι ύστερα θα μου γυρίσει την πλάτη και θα συνεχίσει τον ύπνο της. 
Με τα πόδια γυμνά ανεβαίνω στην αυλή. Στο τέλος της γέρνει η γριά συκιά. Θα μου χαρίσει δυο σύκα...κάθε μέρα από δυο. Θα τα απολαύσω εκεί στην άκρη αγναντεύοντας την θάλασσα...κοιτάζοντας μακριά.Αγκαλιάζοντας τον ορίζοντα.

Ξέρω πως το μαγαζάκι στην γωνία είναι ήδη ανοιχτό. Κατεβαίνω για ψωμί..Το λαγκάδι ξυπνάει. Τα κεπέγκια ανοίγουν κι αγουροξυπνημένοι νωχελικοί τουρίστες προχωρούν σιωπηλά προς το μικρό καφέ μπροστά στη θάλασσα. Μια απαλή βουή πλανάται καθώς το χωριό βγαίνει από τη νωχελικότητα της νύχτας. Το μπακάλικο μυρίζει δροσιά και μια μυρωδιά ανεξιχνίαστη που κρύβει μέσα της όλη την ασφάλεια της παιδικής μου ηλικίας. Κάτι από άλμη και λάδι...απροσδιόριστο μα τόσο οικείο...Το ψωμί τυλιγμένο σε ρυζόχαρτο φρέσκο, υπέροχα κριτσανιστό...
κι ύστερα θα μπω νυχοπατώντας στο δωμάτιο για να βάλω τον καφέ που μοσχοβολάει και με γεμίζει ευτυχία η σκέψη του. Η πρώτη γουλιά είναι πάντα δυνατή κι εκείνος ζεστός κι κι υπέροχα πικρός και μυρωδάτος! Παίρνω μαζί το βιβλίο μου, το  τιρκουάζ τετράδιο, τον καφέ μου και κατεβαίνω στην πολυθρόνα της κάτω αυλής. Ξαπλωμένη στην ψάθινη πολυθρόνα θα γράψω, θα σκεφτώ, θα παρατηρήσω τον κόσμο που σιγά σιγά γεμίζει την παραλία. Δεν είναι ούτε εννιά ακόμη μα ο κόσμος έχει αρχίσει να έρχεται.
Χρωματιστές ομπρέλες, πετσέτες...χρωματιστοί άνθρωποι κι εγώ κάπου εκεί αθέατη να παρατηρώ. Να απολαμβάνω.
Θα διαβάσω. Θα κάνω ένα διάλειμμα με το βιβλίο στα χέρια.Η ιστορία του με έχει συνεπάρει και σκέφτομαι. Θέλω να διαβάσω παρακάτω, μα δεν θέλω να τελειώσει...ούτε το βιβλίο, ούτε ο καφές μου, ούτε η στιγμή εκείνη....Αυτό που ζω δεν θέλω να τελειώσει..Μα τελειώνει. Η τελευταία γουλιά του καφέ είναι πάντα άγευστη. Έχει πια χάσει όλη του την ένταση.Είναι πια κρύος...

Σε λίγο όλοι θα ξυπνήσουν και θα αρχίσει το πανηγύρι. Μαγιό, μάσκες, περιπέτειες. Γέλια, βουτιές, εξερευνήσεις κι ανακαλύψεις γύρω από τα βράχια και τη σπηλιά. Γεύσεις στιγμές, ιμάμ μπαιλντί και μακαρόνια με κιμά. Ψητά σουτζουκάκια, πατάτες τηγανιτές και κανελομένο ρυζόγαλο. Μυρωδιά καφέ και δροσερού καρπουζιού. Μεσημεριανή σιέστα με τον ήλιο να γεμίζει με σκιές το δροσερό σκοτεινό δωμάτιο, ενώ τα τζιτζίκια τραγουδούν εκεί μακριά μέσα στις ελιές και τα ψηλά κυπαρίσσια. Και σαν σηκώνει μπουκαδούρα το απόγευμα η θάλασσα αγριεύει στον κόλπο.Τα κύματα μεγαλώνουν, τα ρεύματα φουσκώνουν κι όλα γίνονται ευκαιρία για παιχνίδι, άγριο παιχνίδι που μπορεί να σε πονέσει ή ακόμη και να τραυματίσει καθώς η θάλασσα σε ρουφά. Τα παιδιά γελούν. Πόσο δυνατά και ξέγνοιαστα γελούν τα παιδιά και πόσο το περιμένουν αυτό το κύμα...Και το βραδάκι με τα μούτρα ηλιοκαμένα να βολτάρουμε στο λαγκάδι.  Πέτρα, βράχος τηγανιτά ψαράκια και χωριάτικη. Παγωμένη μπύρα και δροσερά Tom Collins με τα χέρια ακουμπισμένα στον ξύλινο πάγκο. Με καπέλα στο κεφάλι και τουρμπάν στα μαλλιά. Με δροσερές λευκές πουκαμίσες και χαϊμαλιά στα χέρια...
Και τη μουσική να παίζει...yellow moon...


Εκεί στο μικρό κόλπο σαν πέφτει η νύχτα, τα χρώματα γίνονται έντονα κι ο ουρανός γεμίζει κόκκινο και η θάλασσα σκιές κι οι άνθρωποι μένουν ξαπλωμένοι στην ζεστή άμμο ως τα ξημερώματα. Μιλούν γελούν...ζουν!
Εκεί ο Ελληνικός Αύγουστος μακραίνει κι απλώνεται στα βράχια, στις ψυχές, στα μάτια. Εκεί  όλοι μαζί θυμόμαστε πως είναι να αγαπάμε τον εαυτό μας.
Σαν ο κόσμος όλος να περιορίζεται σε τούτο τον μαγικό κόλπο. Όλοι μαζί κι ο καθένας υπέροχα μόνος, με μια μοναξιά που δεν φέρνει πόνο μα ελευθερία...

Έτσι νιώθαμε όλοι όσοι ζήσαμε μαζί  για λίγο σε εκείνον τον κλειστό κόλπο. Εκατοντάδες άνθρωποι συναντηθήκαμε εκεί. Ξένοι. Από κάθε άκρη της γης. Ζήσαμε την ρουτίνα των διακοπών μας...
Ο καθένας την δική του. Μοιραστήκαμε τα βράχια, την αμμουδιά, το μικρό πλακόστρωτο λαγκάδι με τα μικρομάγαζα. Αφεθήκαμε στην τρυφερότητα του κόλπου που μας φρόντισε, μας ντάντεψε, μας ηρέμησε, μας νανούρισε. Έστω για λίγο κι ύστερα απλά χωρίσανε οι δρόμοι και πήρε ο καθένας την δική του πορεία...
Πόσα όνειρα, δεν άνθισαν σε τούτο τον κόλπο. Πόσες ιδέες, πόσα σχέδια. Σε τούτο τον κόλπο γέννησα τα πιο στιβαρά όνειρα μου. Σε τούτο τον κόλπο στο μικρό ψαροχώρι που έμαθα να αγαπώ γιατί κρύβει μέσα του τα παιδικά καλοκαίρια του άντρα μου και τώρα των παιδιών μου. Εκεί που είναι οι ρίζες τους.  Εκεί στον καυτό ήλιο, στην μαγική αυλή, με τα πόδια να ζεσταίνονται στις πέτρες και τα αυτιά να ξεκουράζονται με τον ήχο των κυμάτων...
Και φεύγοντας, τον παίρνω μαζί μου. Σαν ενέργεια και σαν φως τον κουβαλώ στις πιο σκοτεινές μέρες του χειμώνα, τούτο τον κόλπο. Τον κόλπο όπου κάθε Καλοκαίρι ξαναγεννιέμαι...

Καλημέρα αγαπημένοι. Είθε τα Καλοκαίρια όλων μας να είναι γεμάτα με την καθαρή ενέργεια της γης, του ουρανού και της θάλασσας. Καλό Φθινόπωρο!

Ακολουθούν εικόνες των διακοπών μας, εκεί στον κόλπο του Άγιου Νικήτα στην Λευκάδα.



















Happy hearts λοιπόν....και ξεκινάμε....
                                                                                                             Κατερίνα