Τρίτη, 8 Σεπτεμβρίου 2015

Όλυμπος α' μέρος...Ένα ταξίδι προς τα μέσα.

Λίγους μόνο μήνες πριν ένα πλάσμα αγαπημένο μου έστειλε ένα μήνυμα. Είδες το "Άγρια;" Δεν το είχα δει, ούτε το είχα διαβάσει αν και ήταν στην λίστα με τα βιβλία που είχα κατά νου.


Το μήνυμα το προσπέρασα καθώς έγιναν όλα αυτά που καθόρισαν το φετινό καλοκαίρι. Κάποια στιγμή μέσα στον Ιούλη κι αφού η Άννα  έχει φύγει αποφασίζω να δω την ταινία...κι έγινε μέσα μου μια έκρηξη. Σαν αυτή η γυναίκα να μιλούσε σε εμένα. Σαν να με είχε πάρει από το χέρι και να με καθοδηγούσε...Μαγεύτηκα και ξύπνησε μέσα μου η επιθυμία να πάρω τα βουνά...κυριολεκτικά!
Το έγραψα κιόλας στον τοίχο μου στο fcb ..."σκέφτομαι πολύ σοβαρά να πάρω τα βουνά..." κι είχα πολλά αστεία μηνύματα  από φίλους που μου έλεγαν πως θα έρθουν μαζί μου.
Ήταν μια περίοδος που ένιωθα πως χρειαζόμουν χρόνο. Χρόνο για να επεξεργαστώ και να αποδεχθώ. Χρόνο για να απομονωθώ. Να μην μιλάω, να μην σκέφτομαι. Να μην αναλύω. Να μην αναζητώ. Να λειτουργώ απλά. Να βγω από τη θλίψη που είχα βουλιάξει και με είχε καταπιεί.
Είχα χάσει τη σιωπή του μυαλού μου και την χρειαζόμουν πίσω...

Θυμήθηκα την δυσκολία και την άγρια χαρά που ένιωθα ανεβαίνοντας στον Όλυμπο. Άνοιξα τα άλμπουμ κι είδα φωτογραφίες από εκείνες τις αξέχαστες αναβάσεις. Ήμουν κάθε φορά με θεραπευόμενους μου. Μέλη της Θεραπευτικής Κοινότητας Ιθάκη.Τότε που τίποτε δεν  γινόταν δίχως νόημα. Τότε που το κάθε βήμα, ο κάθε βράχος, η κάθε χαράδρα,  είχε κάτι να μας μάθει. Ένα κρυμμένο νόημα, μια ξεχασμένη αξία. Ήταν υπέροχα χρόνια. Αξέχαστα και μου έμαθαν τόσα.
Είχε περάσει τόσος καιρός και χρειαζόμουν μια δική μου, ολόδικη μου θεραπευτική ανάβαση...κι ύστερα θυμήθηκα το εκκλησάκι του προφήτη Ηλία. Σκαλωμένο στα 2.803 μέτρα. Θυμήθηκα τη σιωπή και την κατάνυξη μπαίνοντας στο πέτρινο κατώφλι του και η ψυχή μου πετάρισε..
Έπρεπε. Έπρεπε να το ξαναδώ. Έπρεπε να συναντήσω την εικόνα του Προφήτη Ηλία. Εκείνου που σέβομαι και νιώθω να συνδέομαι τόσο μετά την επεισοδιακή γέννηση του μικρού μου γιου, την ημέρα του εορτασμού του.
Έπρεπε να στείλω μέσα από εκείνον τα χαιρετίσματα μου στην Άννα που είχε φύγει. Να ανάψω ένα κερί για εκείνη εκεί στην άγρια βουνοκορφή. Έπρεπε να προσευχηθώ και να πω το ευχαριστώ μου δυνατά, να μ'ακούσει το βουνό όλο κι όλοι όσοι αγάπησα και χάθηκαν για πάντα...
Αποφάσισα πως φέτος θα συναντήσω ξανά τον Όλυμπο. Το ανακοίνωσα στο τρελό αγόρι και σε μερικούς συγγενείς. Κάτι μέσα μου αναζητούσε συμπορευτή κι ευχόμουν κάποιος να μου έλεγε "θα έρθω μαζί σου" και την ίδια στιγμή ένα άλλο κομμάτι μου ευχόταν να μην έρθει κανείς και να είμαι ολομόναχη.
Τελικά έγιναν κάτι το ενδιάμεσο αφού η αδερφή μου με τον άντρα της αποφάσισαν να ανέβουν  ως την μισή διαδρομή της πρώτης  ημέρας ως τα 2100 μέτρα κι αυτό με ανακούφισε αρκετά. Ήμουν γενναία, μα όχι και τόσο όσο η "Αγρια".

Ήμουν πια έτοιμη, μετά από ημέρες αναβολών και δικαιολογιών. Αποχαιρέτησα τα παιδιά και πήγα νωρίς για ύπνο. Ο Άγγελος φιλώντας με μου είπε πολύ σοβαρά "πρόσεχε μαμά, θέλω να ξαναγυρίσεις" και μετά μισοαστεία "γιατί ποιος θα μας κάνει τόσα ωραία γλυκά."
Το μήνυμα ελήφθη...ξεκάθαρο! Άσε τα χαζά και πρόσεχε.
Κοιμήθηκα ίσως δυο ώρες με το ζόρι. Ξύπνησαν όλοι οι παράλογοι φόβοι μου. Όλοι οι Άγγελοι κι όλοι οι Δαίμονες. πάλευαν μέσα στο μυαλό μου. Αν χαθώ, αν πέσω και χτυπήσω, αν γίνει κάτι; Κάτι...Τι; Δεν ξέρω κάτι...
Σηκώθηκα από το κρεββάτι και άνοιξα ψαχουλευτά το κινητό μου. Έπεσα πάνω στους στίχους ενός φίλου. Γέμισαν τα μάτια μου δάκρυα. Το αντέγραψα στα σκοτεινά, με γράμματα τσαπατσούλικα για να το πάρω μαζί μου...Δεν ξέρω γιατί. Μου μίλησε.

Ξύπνησα νωρίς.  Άυπνη. Την ώρα που ετοίμαζα πρωινό ήρθε η μαμά μου...άυπνη κι εκείνη. "Γιατί ξύπνησες τόσο νωρίς;" τη ρώτησα.
"Δεν είχα ύπνο, ήθελα να σε χαιρετήσω", μου απάντησε...Την καταλάβαινα. Ένιωθα την αγωνία της. Κι εγώ θα ένιωθα το ίδιο  αν το παιδί μου θα έκανε την ίδια διαδρομή...Την ένιωθα σαν να ήμουν εγώ και την καθυσύχαζα λέγοντας της πως δεν θα έκανα τίποτε ριψοκίνδυνο, πως δεν θα ανέβαινα στην κορυφή μόνη, πως θα πρόσεχα πολύ. Πολύ, πολύ...κι έλεγα αλήθεια γιατί θα ανέβαινα στο βουνό με την εικόνα των αγοριών μου... Θα ήμουν προσεκτική για πολλούς, μα πιο πολύ για εκείνους.
Ξεκινήσαμε με έναν λαμπερό ήλιο. Μια φανταστική ημέρα. Πρώτη φορά θα ανέβαινα στον βουνό με τόσο καλό καιρό. Πάντα ανέβαινα με βροχή και ομίχλη και πάντα ευχόμουν να είχε καθαρό ουρανό. Αυτή τη φορά το μετεωρολογικό έδειχνε τις κατάλληλες συνθήκες.
Ίσως και να κατάφερνα να δω απέναντι, τη θάλασσα, τα παράλια, ως το Στόμιο, μέχρι τη Χαλκιδική...ποιος ξέρει....

Μετά το Λιτόχωρο, με τη θάλασσα να στραφταλίζει απέναντι και το φιδογυριστό δρόμο να μας νανουρίζει ανεβάζοντας μας όλο και πιο ψηλά, φτάσαμε στο πρώτο φυλάκιο. Βγήκε μια κοπέλα από μέσα και μας κοίταξε. Πριν ακόμη δηλώσουμε το όνομα μας, με κοίταξε και είπε ντροπαλά, το όνομα μου. Δεν την γνώριζα, μα στο μυαλό μου άναψε ένα λαμπάκι..."όχι ρε συ!" είπα και βγήκα από το αμάξι. Κάναμε μια σφιχτή αγκαλιά και μας ευχήθηκε καλό ταξίδι...Η Αρετή μια αναγνώστρια που μιλούσαμε μόνο ιντερνετικά και μου είχε πει πως είναι δασοφύλακας στο Λιτόχωρο. Το κατάλαβα κατευθείαν πως ήταν εκείνη αν και δεν την είχα ξαναδεί ποτέ...Υπέροχη και γλυκιά φρουρός του μαγικού βουνού μας!
Καθώς το αμάξι έφευγε...ψιθύρισα ..."αρχίζουν λοιπόν τα θαύματα!"...και πράγματι είχαν ήδη αρχίσει...

Γιατί πρέπει να ανέβει κανείς στον Όλυμπο...

Φτάνεις στα Πριόνια και ξεκινάς να ανεβαίνεις αργά και σταδιακά. Δίπλα ο Ενιπέας που μετά από λίγο χάνεται. Τα δέντρα πυκνά και πανέμορφα. Το μονοπάτι καθαρό, στενό. Ακούς τα κουδούνια των μουλαριών και μετά από λίγο τα βλέπεις να ανεβαίνουν περνώντας δίπλα σου.



Ο μόνος ήχος που ακούς είναι τα βήματα σου. Τα πόδια κουράζονται. Μετά από λίγο νιώθεις τα γόνατα να πονούν.Τα πνευμόνια να φουσκώνουν, μα ο δρόμος είναι καθαρός, βατός κι έχεις κέφι. Μόλις ξεκουραστείς για μερικά δευτερόλεπτα και ξαποστάσεις βγαίνει η χαρά κι αρχίζεις το χαβαλέ. Γελάς με τους συμπορευτές σου κάνεις αστεία. Τρέχεις χοροπηδάς κάνεις τη Χάιντι..."ολαρίοοοοο"....Μετά νιώθεις τη διαφορά...Ανεβαίνεις πιο ψηλά και ξάφνου κανένας ήχος. Περνάς από το Δάσος της Σιωπής. Απόκοσμο...



 Τα δέντρα πυκνά. Ο ήλιος δεν φτάνει μέχρι μέσα, στις πυκνές φυλωσιές τους. Δεν ακούγεται ο παραμικρός ήχος. Τόσο αλλόκοτο. Τόσο μαγικό...Συνεχίζεις το τοπίο με κάθε βήμα αλλάζει κι αλλάζει κι αλλάζει και σε κάθε υψομετρική αλλαγή βλέπεις την διαφορά στο τοπίο.

Τεσσεράμισι χιλιόμετρα ανάβασης. Μην τα υποτιμάς παρόλο που ακούγονται λίγα. Η κούραση σε καταβάλει. Αρχίζει και μετανιώνεις για την απόφαση σου. Βλέπεις μακριά τη θάλασσα και σκέφτεσαι πόσο πιο εύκολα θα ΄ταν αν ήσουν σε κάποια αμμουδιά. Είσαι ιδρωμένος. Βασικά είσαι μούσκεμα.Ο ήλιος ανυπόφορος σε καίει, σε τσουρουφλίζει.Διψάς ασταμάτητα.Πονάς πολύ. Θέλεις να σταματήσεις εκεί και να έρθουν να σε μαζέψουν... 



Το μονοπάτι δημοφιλές. Συναντάς κόσμο. Άνθρωποι που ανεβαίνουν. Κάποιοι με ορειβατικό εξοπλισμό τελευταίας τεχνολογίας. Κάποιοι ατζαμίδες σαν εσένα. βλέπεις τη διαφορά σας στο ρυθμό και στο σώμα που νιώθει απόγνωση από την κούραση. Η εικόνα σχεδόν αστεία, χαμογελάς και ξέρεις πως φαίνεσαι κάπως έτσι...ελπίζεις να φαίνεσαι λιγότερο χάλια...Κόσμος πολύς. Τουρίστες. Ξένοι με τα πιτσιρίκια τους μαζί. Παιδάκια που ανεβαίνουν τρέχοντας. Ξαφνιάζεσαι. Σε χαιρετούν όλοι σε σπαστά τρυφερά Ελληνικά. Ηλικιωμένοι, νέοι, όλοι φαίνονται συγκινημένοι που είναι εκεί...
Αρχίζεις να νιώθεις που είσαι. Είσαι στον Όλυμπο. Στο αρχαιότερο των βουνών...στους πρόποδες του ζούσαν οι αρχαίοι σου πρόγονοι κι όλοι αυτοί ήρθαν από τις μακρινές τους χώρες να τον περπατήσουν. Δεν κάθισαν σε κάποια παραλία, μα είναι εδώ πάνω να αγκομαχούν, να φωτογραφίζουν και να σου χαμογελούν με χαρά. Αρχίζεις να νιώθεις περήφανος για την ιστορία σου. Περήφανος που είσαι εκεί...Περήφανος που αυτό το βουνό είναι η πατρίδα σου.



Στάση για νερό, ξηρούς καρπούς, ένα φρούτο ή κάτι ελαφρύ και ξανά το βαρύ σακίδιο στην πλάτη. 



Βρίσκεις ρυθμό. Ανεβαίνεις και τα δέντρα σου κάνουν σκιά. Μυρίζει ρίγανη και μέλι...νιώθεις ευλογία και πόνο...παντού! Περνάς από κοιλάδες με λουλούδια. Χρώματα παντού. Μέλισσες. Κι ύστερα βαθιά φαράγγια. Βλέπεις τους νεκρούς κορμούς που έχουν παρασύρει οι χιονοστιβάδες κι οι Ανοιξιάτικες πλημμύρες. Κουφάρια πελώρια μέσα στις πλαγιές. Φαντάζεσαι την ορμή των καταιγίδων και τους Χειμωνιάτικους χείμαρρους της λάσπης να κατεβαίνουν με πελώρια δύναμη. Βλέπεις το αποτέλεσμα αυτής της δύναμης. Δέος...

Εκεί στο τέλος της διαδρομής πάνω που έχεις αρχίζει να τα παίζεις...να'το το καταφύγιο. Ψηλά. Σκαρφαλωμένο στο βράχο.Σαν αετοφωλιά. Το φυσικό μπαλκόνι του Αγαπητού. Κάποιοι το λένε ακόμη με το όνομα του δημιουργού του, του ξακουστού ορειβάτη και διασώστη Κώστα Ζολώτα, που αν έχεις την ξεχωριστή τύχη και τιμή, μπορείς και να τον δεις παππού πια, να λιάζεται εκεί στο καταφύγιο του. 
Το κοιτάζεις κατάκοπος και τα τελευταία μέτρα φαντάζουν ατέλειωτα...μα όταν τελειώνουν...αχ όταν τελειώνουν. Δοκιμάζεις ένα κομμάτι ξεχασμένου γλυκού που το λένε απόλυτη ευτυχία!

Εκεί σταθήκαμε μετά από αυτή την μεγάλη διαδρομή των τεσσάρων ωρών. Περπατούσαμε αργά. Μουσκεμένοι και κατάκοποι. Ένα δροσερό νερό, ζεστό φαγητό, λίγες κουβέντες...εγώ εκεί στάθηκα μόνο για λίγο. Εκεί άλλαξα μόνο ρούχα. Κατάπια ένα σάντουιτς με ταχίνι και μέλι. Κοίταξα με αγωνία τον χάρτη. Ζήτησα κάποιες πληροφορίες από τους ανθρώπους του καταφυγίου κι αποχαιρέτησα την παρέα μου, που μου είχε χαρίσει απίθανες στιγμές γέλιου...Ένιωθα λύπη, που τους άφηνα. Η παρέα στα δύσκολα είναι ασφάλεια και παρηγοριά. Αγκαλιαστήκαμε με την αδερφή μου και μου ευχήθηκε καλή δύναμη...και να προσέχω... Ο Ανδρέας, ο άντρας της μεταξύ άλλων, έβγαλε από την τσάντα του ένα μικρό κουτάκι smarties και μου το έδωσε...έτσι για χαρά! Γέλασα...η τρυφεράδα των ανθρώπων είναι κρυμμένη σε μικρά κουτάκια για τις ζόρικες στιγμές...


Ήρθε η ώρα...θα συνέχιζα μόνη πια, από μια διαδρομή που δεν είχα ξανακάνει, μιας και η διαδρομή από το Κοφτό που ήξερα,  είναι μεν πιο σύντομη μα δύσκολη και σχεδόν απροσπέλαστη λόγω του παγετώνα...Φέτος ακόμη και μέσα στον Ιούλη χιόνισε και κάποιες διαδρομές είναι κλειστές για τους άπειρους περιπατητές.
Έχοντας κάνει στο παρελθόν αυτή τη διαδρομή και νιώθω θλίψη που δεν θα έχω την ευκαιρία να περάσω μέσα από τον παγετώνα, με το συρματόσχοινο. Μια εμπειρία από μόνη της μοναδική...
Όμως συνεχίζω μόνη πια και η ασφάλεια είναι η μόνη μου έγνοια. Έχω δώσει μια υπόσχεση κι έχω σκοπό να την κρατήσω.

Ανεβαίνω αργά, σταδιακά. Μπαίνω στη ζώνη με τα αιωνόβια Ρόμπολα.


Πανέμορφα. Πελώρια. Άγρια. Αρχαία δέντρα που φύονται μόνον εκεί. Στις άγριες ψηλές πλαγιές του Ολύμπου. Τα μάτια ψάχνουν τα σημάδια.Να μην χάσω το μονοπάτι. Η ανάβαση δύσκολη. Το οξυγόνο λιγοστεύει και το στήθος φουσκώνει πιο εύκολα. Προχωράω αργά, σταθερά, κοιτώντας το μονοπάτι προς τα πάνω και με πιάνει δέος. "Που πας"...σκέφτομαι. "Τι διάολο σκεφτόσουν όταν το αποφάσιζες"...και ανεβαίνω ξέπνοη, σαν να μην έχω άλλη επιλογή.


Ο ήλιος καυτός και πάλι και αργά περνώ στην αλπική ζώνη. Το τοπίο άγριο. Πέτρες, βράχια, αέρας και ήλιος.
Οι τουρίστες και οι ορειβάτες όλο και λιγοστεύουν. Νιώθω κούραση.Το σακίδιο πια το νιώθω ασήκωτο. Όπου κάθομαι με κάθε ευκαιρία σηκώνω τα πόδια μου ψηλά. Τα νιώθω πρισμένα και ξέρω πως αν βγάλω τα παπούτσια δεν θα μπορέσω να τα ξαναβάλω.


Το τρομερό είναι πως εκεί που εσύ σταματάς ξέπνοος, βλέπεις έναν τρελοτουρίστα με ελαφρά παπουτσάκια και τρεχαλητό βηματισμό, να κουβαλά μια φωτογραφική μηχανή ίσα με το μπόι του και να τραβά αβέρτα φωτογραφίες. Σκέφτομαι πως διάολο μπορεί να συμβαίνει αυτό; Κοιτάζω με νεύρα τη μικρή compact φωτογραφική που έφερα μαζί μου για να μην κουβαλάω βάρος...κι αυτοί κουβαλούν τις μηχανές τέρατα και χοροπηδούν στις πλαγιές σαν αγριοκάτσικα χωρίς να ιδρώνουν...Τουρίστες φίλε μου! Σκέφτομαι με νεύρα....Μα  οι εικόνες αυτές μου κάνουν καλό και με κρατούν όταν αρχίζω να νιώθω άγχος  καθώς λιγοστεύουν οι άνθρωποι γύρω μου.

Προχωράς μόνος κι αναρωτιέσαι πόσες χιλιάδες χρόνια είναι εδώ αυτά τα δέντρα. Πόσους Χειμώνες έχουν δει. Πόσα καλοκαίρια...Τα αιωνόβια Ρόμπολα...Το μυαλό σου παίζει με το χρόνο και τα μετράς τα βήματα σου.Σταθερά. Βλέπεις τριγύρω μικρά λουλούδια.Πανέμορφα.Άγρια.Τόσο άγρια κι ελεύθερα.Τόσο σπάνια και ξεχωριστά. Δεν γίνονται μεγάλα και ψηλά, μα μένουν μικρά και απλά με σκαλωμένες τις ρίζες τους στην πέτρα...Η ανάσα κοφτή.Τα γόνατα τα νιώθεις να σκορπούν...ίσως και να το μετανιώνεις ξανά...Πόσες φορές θα το μετανιώσεις μέχρι να φτάσεις; Ξαφνικά βλέπεις μια ταμπέλα.Όμορφη. Σου φαίνεται όμορφη κι άγρια! Δεν μετανιώνεις! Ναι γαμώτο πάμε προς τις κορφές...



Έρχονται οι σκέψεις. Οι σκέψεις μου...οι Άγγελοι...οι Δαίμονες . Οι φόβοι. "Που πάω;  Που πας τρελή; Που με τραβολογάς; Είναι το σωστό μονοπάτι;"
Δεν βλέπω ψυχή. Μόνο πέτρες. Μπαίνω στα Ζωνάρια.


Απίθανη διαδρομή.Πέτρα, πέτρα και χάος από κάτω. Ολομόναχη πια. Δεν υπάρχουν πουλιά, κλαριά, ήχοι άλλοι πέρα από το σφύριγμα του αέρα και των ήχο των παπουτσιών μου.


Ήχος πνιχτός, ωραίος, απόλυτα μοναδικός, καθώς τα πέλματα τρίβονται πάνω στο χιλιοπερπατημένο μονοπάτι με τις σαθρές πέτρες. Μετράω. Πόσα βήματα...πόσες σκέψεις.
Από εκεί ψηλά βλέπω απέναντι τις βουνοκορφές και κάτω το καταφύγιο του Αγαπητού όπου άφησα την αδερφή μου και τον άντρα της...Μου λείπουν νιώθω...μα το τοπίο με έχει ήδη συνεπάρει...


Διαλείμματα για ξεκούραση. Νερό, φρούτο. Ισιώνω τη μέση. Κάνω λίγες διατάσεις στα πιασμένα πόδια. Και κάθομαι εκεί στην άκρη του γκρεμού και απέναντι το απόλυτο κενό.Τα σύννεφα. Η μαγεία...Είμαι μόνη....Βλέπω την τελευταια στροφή...


Στρίβω επιτέλους και απλώνονται μπροστά μου τα δυο καταφύγια. Αποστολίδη και Κάκκαλου.


Αντικριστά κι ανάμεσα τους το οροπέδιο των Μουσών. Νιώθω δέος. Συγκίνηση. Είμαι εδώ!Απλώνει το μάτι από την θέα. Χάνεται στο απύθμενο απέναντι...κοιτάς και βλέπεις μακριά.Τόσο μακριά...
Ξεκουράζεται η ματιά πάνω στα σύννεφα που ταξιδεύουν...είμαι πάνω απ' τα σύννεφα...Είμαι πάνω από τα σύννεφα και βλέπω χαμηλά, εκεί...εκεί που ζουν όλοι όσοι αγαπώ...


Περπατώ κάτω από το Στεφάνι.Το θρόνο του Δία. Πελώριος. Θεόρατος. Δεν χορταίνω να τον κοιτώ. Δέος. Περπατώ στη βάση του. Πινακίδες εδώ κι εκεί, μικρά σημεία μνήμης ορειβατών που έχουν χαθεί, με κρατούν σε εγρήγορση.Τα διαβάζω με θλίψη...κάθε βήμα είναι ασφαλές, μα ένα στραβοπάτημα μπορεί να γίνει μοιραίο.Το μονοπάτι στενό και σαθρό, μα απόλυτα σταθερό αν πατάς σωστά και δεν κάνεις ανοησίες...κι εκεί δίπλα σου, λίγα εκατοστά μόνο...το χάος. Έτσι απλά!

Η κούραση πια ξεχάστηκε. Πετούσα. Ήθελα να αρχίσω να τρέχω. Το καταφύγιο του Αποστολίδη μου φαινόταν υπέροχο.Τόσο κοντά μου.Τόσο δίπλα...Τα πόδια μου έκαιγαν από ενθουσιασμό. Είχα φτάσει! Είχα φτάσει...

Ανοίγεις την πόρτα και μπαίνεις μέσα. Όλοι σε κοιτούν κι είναι σαν να σε ξέρουν. Σας ενώνει η διαδρομή. Έχεις μια λάμψη στα μάτια που την αναγνωρίζουν. Μια έξαψη. Μια άγρια χαρά! Σε χαιρετούν με μια λέξη, ένα νεύμα κι ύστερα είσαι πάλι μόνος...μα όχι στ'αλήθεια μόνος. Πάνω στο βουνό όλοι είναι μαζί...το ξέρεις αυτό. Το νιώθεις πως αν γίνει κάτι θα τρέξουν για εσένα. Υπέροχη αίσθηση ασφάλειας.
Πλένεσαι με το νερό του χιονιού. Παγώνει η ψυχή σου από το κρύο. Αλλάζεις ρούχα, βρίσκεις το χώρο σου, αφήνεις τα πράγματα σου και κατεβαίνεις για φαγητό. Νιώθεις ξανά κανονικός...μα δεν είσαι!
Στο υπενθυμίζει η καρδιά σου που πεταρίζει στο στήθος σαν πεταλούδα...Δεν είσαι κανονικός άνθρωπος εδώ πάνω...είσαι ο ήρωας σου...

Νομίζεις πως έχεις δοκιμάσει το πιο γευστικό φαγητό της ζωής σου, σε κάποια υπέροχη ταβέρνα. Σε κάποιο γκουρμεδιάρικο εστιατόριο.Τρίχες!
Δεν έχεις δοκιμάσει φαγητό πιο νόστιμο, πιο γευστικό, πιο καταπληκτικό από τα μακαρόνια με κιμά στο καταφύγιο του Αποστολίδη στα 2.760 μέτρα, μετά από  7 ώρες ανάβασης... Αλήθεια...δεν έχεις ξαναδοκιμάσει τέτοια γεύση!



Σου έρχονται δάκρυα....

Εκεί κάθισα για λίγο με ένα καυτό τσάι στο χέρι και σκέφτηκα τι έγινε.Τα σημεία της διαδρομής. Τους ανθρώπους που συνάντησα, τα βράχια και τις σκέψεις μου. Γύρω μου παρέες. Μιλούσαν σιγανά, έπιναν τσάι και  κουκουλωμένοι καλά, ξάπλωναν στον ήλιο που ήταν ακόμη ζεστός. Ανταλλάξαμε κουβέντες. Λίγα λόγια καθαρά. Πως, τι, γιατί, από που...τα βασικά. Εύκολα μπορείς να γνωριστείς εκεί με ανθρώπους, μα εγώ ήμουν σαν ξεσηκωμένη. Αποζητούσα την επαφή με  το βουνό, παρά με τον κόσμο κι είναι εντυπωσιακό το πόσο σιωπηλοί και διακριτικοί είναι όλοι εκεί. Σαν να αποζητάμε όλοι το ίδιο. Τη σιωπή μας...

Κάθισα στην μεγάλη τζαμαρία με θέα το Οροπέδιο Των Μουσών απέναντι μου.
Το τσάι βουνίσιο με την μυρωδιά του ίδιου του Ολύμπου.


Η ήλιος κατέβαινε και  τα χρώματα γύρω έπαιρναν ένα πλούσιο βαθύ χρώμα. Διάβασα τα βιβλία μου. Τις σημειώσεις μου. Σκόρπιες λέξεις...
Ήμουν εκεί γιατί είχα αποφασίσει να σταματήσω να μιλώ για τα "βουνά" μου και να αρχίσω πια να τα ανεβαίνω...έτσι απλά!

Έβαλα τα ακουστικά στα αυτιά....το πρώτο τραγούδι, όχι τυχαία, εκείνο. Από το soundrack του "Άγρια".Το είχα στείλει στην Άννα τρεις μόνο μέρες πριν το τέλος της... I' d rather be a hammer than a nail..." Ναι! καλύτερα σφυρί παρά καρφί...

Με μια κίνηση τα μάζεψα όλα, έβαλα το μπουφάν μου και πήρα τον ανήφορο προς τον Προφήτη Ηλία...Είχε έρθει η ώρα του προσκυνητή...

Ανεβαίνεις και πάλι.Ένα φιδογυριστό μονοπάτι πάνω σε ένα λόφο. Πίσω σου ο θρόνος του Δία.Τα μάτια τον κοιτούν αχόρταγα.Τέτοια μεγαλοπρέπεια...



Γύρω πέτρες.Ο αέρας ξυρίζει παρόλο που ο ήλιος καίει ακόμη. Γύρω μικροί πυργίσκοι από πέτρες. Η μια πάνω στην άλλη.



Σημεία μνήμης. Η κάθε μια ανήκει σε κάποιον, σε κάποιους...μια ψυχή που η μνήμη της χαράχτηκε στο βουνό. Θλιβερό θέαμα.Ταυτόχρονα σε συνεπαίρνει. Κι εκεί ξαφνικά μπροστά σου να το...Το αρχαιότερο και ψηλότερο εκκλησάκι των Βαλκανίων...
Χτισμένο τον 16ο αιώνα, στα 2.803 μέτρα, πέτρα πέτρα από τον Άγιο Διονύσιο, τον Ολύμπιο που είχε την σκήτη του στο φαράγγι του Ενιππέα...



Έχει τρούλο από πέτρες κι αναρωτιέσαι πως ένας άνθρωπος με γυμνά χέρια το δημιούργησε αυτό...
Ποια ανώτερη δύναμη του δώσε το κουράγιο...
Μπαίνεις σε έναν μικρό πέτρινο αυλόγυρο.Έχουν γίνει γάμοι εδώ. Σαν να βλέπεις το λευκό πέπλο να χορεύει στον άνεμο...
Εδώ ψηλά...Κάτω η θέα...Θεέ μου σου κόβει την ανάσα. Ο ουρανός αχνογάλαζος. Σύννεφα να πετούν κι εκεί μακριά η θάλασσα. Σαν χάρτης απλώνεται μπροστά σου όλη η περιοχή.Ένα τοπίο ψεύτικο σαν να το βλέπεις μέσα από γυαλί...Ξεχνάς που είσαι. Από που ήρθες. Το ξεχνάς...δεν είσαι πια εσύ! 




Μπαίνεις στο εκκλησάκι σκυφτός. Σχεδόν γονατιστός. Γύρω είναι σκοτεινά και μέσα από τις πέτρες περνούν αχτίδες ήλιου και ριπές ανέμου...Απίστευτος συνδυασμός! 
Νιώθεις...Το νιώθεις όλο αυτό που συμβαίνει. Είναι η ενέργεια. Σε κατακλύζουν συναισθήματα. Είναι τόπος προσκυνήματος και νιώθεις ταπεινός. Νιώθεις υπέροχα ανάλαφρος και ταπεινός. Γυμνός και άδειος...κι αληθινός. Γιατί ανέβηκες εκεί πάνω με τα πόδια σου κι όταν αυτά πια δεν βαστούσαν με την ψυχή σου...κι είσαι πια λιωμένος από συναισθήματα. Γυμνός μπροστά Του...μπροστά σου...
Οι εικόνες παράξενα χρωματιστές και κάποια αναμμένα κεριά δίνουν ένα απόκοσμο φως. 
Κάποιες ακτίνες που τρυπώνουν σαν να χαράζουν πορεία και να δείχνουν στα μάτια σου που να κοιτάξουν. Που να στραφούν. Κοιτάζεις πρόσωπα αγίων...υπέροχα χρώματα ζωηρά...σε ακουμπούν οι ακτίνες, απαλά, γλυκά...σαν να σε ακουμπούν τρυφερά δάχτυλα. 




Είναι υπέροχα...υπέροχα εκεί πάνω. Νιώθεις κοντά σε κάθε χαμένη ψυχή που αγάπησες...Τις νιώθεις να χορεύουν δίπλα σου, σαν να ήρθαν να σε χαιρετίσουν...ψιθυρίζεις στον εαυτό σου, στο Θεό σου. Ψιθυρίζεις μα ξέρεις πως ο ψίθυρος σου ακούγεται στα πέρατα του κόσμου...

Έμεινα εκεί μια ώρα...Άναψα το κεράκι που είχα φέρει μαζί. Μίλησα στις σκιές μου. Προσευχήθηκα κι έκλαψα και μίλησα στα φαντάσματα μου...στους Άγγελους και τους Δαίμονες μου...Μια ακτίνα φωτός τρύπωσε από τις πέτρες και έπεσε στην εικόνα του Προφήτη Ηλία...Γέμισε το εκκλησάκι φως. Συγκλονιστικό, καθαρό φως.
Ήταν ένα πνευματικό ταξίδι. Ένα προσωπικό πνευματικό ταξίδι...Ημουν εκεί!


Την ώρα που έφευγα ένας δυνατός αέρας έριξε κάτω τα λιγοστά πράγματα που κρατούσα. Το ημερολόγιο μου και το βιβλίο του Erman Esse που είχα μαζί. Δώρο πολύτιμο μιας Ελπίδας. Ένα χαρτί έφυγε κι άρχισε να πετά. Το ποίημα του φίλου...
Οι στίχοι ήθελαν να μείνουν εδώ...Τους στήριξα με δυο πέτρες δίπλα σε ένα βουναλάκι μνήμης. Μπροστά ο θρόνος του Δία. Πίσω το εκκλησάκι με τους Αγίους και γύρω το βουνό. Το άφησα εκεί δίπλα στις πέτρες που έφτιαξα για τους αγαπημένους μου και πήρα το δρόμο του γυρισμού. Μια παρέα ανθρώπων ανέβαινε.Τους είδα που στάθηκαν και διάβασαν τους στίχους...από πόσους διαβάστηκε άραγε πριν το κλέψει ο άνεμος...

"Κάποιος φεύγει..
Κάποιος μένει πίσω..
Κι ανάμεσα σιωπές..
Κι αχαρτογράφητα νερά..
Πατάς στα πόδια σου γερά..
Λες κι ήταν χθες..
Κι αναρωτιέσαι πόσες χρειάζεσαι ζωές..
Για να νικήσεις στην αγάπη μια φορά.."
Θ.
Το ηλιοβασίλεμα το είδα σκαρφαλωμένη στα Καζάνια. Οροσειρές Κυκλικές που δημιουργούν μια χοανώδη κοιλότητα Εκεί που η ηχώ της φωνής σου χτυπά στα αντικριστά βράχια και μπορεί να ταξιδεύει για ώρες ανάμεσα τους...Απέναντι έβλεπα τα ρεύματα της θάλασσας και για πρώτη φορά στη ζωή μου και τα ρεύματα του ουρανού.Τις αέριες μάζες...Δεν το πίστευα...Μα το ζούσα και παρόλο που το ζούσα μόνη...δεν είχα την ανάγκη να το μοιραστώ.
Ένιωθα  να βιώνω ένα θαύμα κι ήταν αυτό από μόνο του αρκετό...


Το ηλιοβασίλεμα όπως και η ανατολή είναι μια αληθινή εμπειρία στον Όλυμπο. Από όποια πλευρά του κι αν σταθείς. Όλοι οι άνθρωποι του καταφυγίου βγαίνουν έξω και παίρνουν θέση σε διάφορα σημεία και μικρές κορυφές κι μένουν εκεί να αγναντεύουν στο άπειρο, τον ήλιο να χάνεται στον ορίζοντα μέσα σε χιλιάδες χρώματα. Σιωπή παντού. Απόλυτη σιωπή. Οι ανάσες μόνο ακούγονται...Μα και πάλι ο καθένας ακούει τη δική του. Στο βουνό είστε όλοι μαζί, μα η αλήθεια είναι πως ο καθένας είναι υπέροχα μόνος του...
Γυρίζεις παγωμένος από το αγνάντεμα μιας κι ο ήλιος πια έχει χαθεί κι ο αέρας σφυρίζει παγωμένος. Ξαφνικά έχει 4 με 5 βαθμούς κι εσύ έχεις έρθει από καλοκαίρι. Η μύτη παγωμένη.Το ίδιο και τα χέρια. Τρέχουν όλοι στο καταφύγιο και μπαίνοντας μέσα με ανακούφιση διαπιστώνεις πως έχουν μπουμπουνίσει την μαντεμένια ξυλόσομπα. 



Στέκονται όλοι για λίγο γύρω της με τα χέρια απλωμένα να ζεσταθούν και μετά έρχονται τα αρωματικά τσάγια και οι συζητήσεις και τα γέλια. Η κούραση σε έχει πια καταβάλει και η έλειψη οξυγόνου σου δημιουργεί μια περίεργη ζαλάδα. Γελάς πολύ. Απολαμβάνεις το μούδιασμα της κούρασης, θυμάσαι με μια μπερδεμένη διαύγεια τις στιγμές της ημέρας και γελάς, γελάς, γελάς, σαν μεθυσμένος...Υπέροχο συναίσθημα.Αξέχαστο...
Στις 22.30 συσκότιση. Κλείνει η γεννήτρια οπότε δεν έχει ρεύμα. Το σκοτάδι είναι πηχτό κι απόλυτο. Κυκλοφορούν όλοι με ένα φακό κι έχει κι αυτό την πλάκα του...Φαίνεται με ταινία του Χίτσκοκ αλλά στην πραγματικότητα είναι ταινία του Γούντυ Αλεν. 

Εγώ ήμουν μόνη κι η κούραση μου τεράστια. Άνοιξα εκεί το κουτάκι με τα smarties...σαν να 'χα κι εγώ την παρέα μου μαζί...Ένιωσα τρυφεράδα και πήγα να κοιμηθώ με αυτό το ζωντανό συναίσθημα. Όταν ξάπλωσα στο sleeping bag μου το ρολόι έδειχνε 21.00...Μετά τη μία το ξημέρωμα ήμουν ακόμη ξύπνια. Δεύτερη βασανιστική βραδιά αγρύπνιας...

Ο ύπνος στο καταφύγιο είναι μια περιπέτεια...Για κάποιους δύσκολη, για κάποιους απίστευτα εύκολη...Εγώ είμαι από τους πρώτους...Ο ύπνος είναι από τα πιο δύσκολα κομμάτια για εμένα, σαν κοιμάμαι σε συνθήκες ολότελα διαφορετικές. Ο ύπνος μου, λίγος και μπερδεμένος, με άγχη και όνειρα...και φόβο για την κορυφή.
Το σκοτάδι απόλυτο.Το απόλυτο μαύρο. Μια παρέα νεαρών που γελούσε ασταμάτητα όσο πιο διακριτικά μπορούσε μου κράτησε μυστική συντροφιά. Κρυμμένη στα σκεπάσματα γελούσα κι εγώ υστερικά με τις ανοησίες τους...Το πρωί τους ευχαρίστησα...Είχα πολύ καιρό να γελάσω μέχρι δακρύων! Νομίζω πως αξίζει να γράψω μια ανάρτηση μόνο για αυτό το βράδυ...και θα το κάνω με την πρώτη ευκαιρία.
Κάποτε κοιμήθηκα.Ήταν για λίγο μα κοιμήθηκα κι αδημονούσα να έρθει η επόμενη ημέρα. Η ημέρα της κορυφής. Η ημέρα του γυρισμού...

Αγαπημένοι...ξέρω πως αυτή είναι μια επική ανάρτηση.Τεράστια. Μα τεράστιος κι ο Όλυμπος κι η εμπειρία...Θα ακολουθήσει σε λίγες μέρες μια δεύτερη ανάρτηση με την ημέρα της κορυφής και της επιστροφής. Ως τότε απολαύστε τις λίγες και μάλλον κακές φωτογραφίες που τράβηξα με την μικρή μου compact...που έκανε τη δουλειά της αλλά...δεν μπορούσε να αιχμαλωτίσει ούτε ελάχιστη από την αληθινή μαγεία... Ο στόχος μου να διακινήσω τα συναισθήματα σας. Εύχομαι να αγαπήσετε κάτι από το βουνό αυτό και να το αναζητήσετε μια μέρα...
Μην ξεχνάτε, τα "βουνά" είναι μέσα μας κι είναι καιρός να σταματήσουμε να μιλάμε για αυτά και να αρχισουμε να τα ανεβαίνουμε...
                                                                                                  Κατερίνα
Διαβάστε το δεύτερο μέρος της ανάρτησης εδώ : Όλυμπος Β μέρος ...Άγγελοι και Δαίμονες...

24 σχόλια:

Momma Machi είπε...

Επική και τεράστια η ανάρτηση μα την διάβασα μονορούφη! Καταπληκτική Κατερίνα, πως καταφέρνεις να βρίσκεις ομορφιά σε πράγματα που σε εμένα φαίνονται βασανιστικά?

aristi sik είπε...

Ένα δώρο στον εαυτό σου! Μπράβο Κατερίνα μας εμπνέεις κ μας ταξιδεύεις στους καλύτερους προορισμούς.

Vasilopoulou Maria είπε...

Τι κορίτσι εισαι εσυ ;;!!!
Τελεια ανάρτηση !! Τέλειες φωτογραφιες !!!
Ανυπομονώ για το part 2 !!

Tzina Varotsi είπε...

δεν ξέρω τί να πω..

νά' σαι πάντα καλά! (μόνο αυτό) :)

Georgia P. είπε...

Υπέροχη "άγρια" ανάρτηση! Κοβόταν η ανάσα μου σε κάθε γραμμή! Πόση δύναμη ψυχής έχεις για να το κάνεις αυτό και μάλιστα μόνη σου! Πάντα να έχεις αυτή τη δύναμη! Μακάρι όλοι να μπορούσαμε να ανέβουμε τα βουνά μας!

yianna είπε...

Μπράβο!!!

Λαμπρινή είπε...

Συγκλονιστική εμπειρία και αφήγηση Κατερίνα μου!Περίμενα πως και πως να την διαβάσω και περιμένω και την συνέχεια.Συγκινητική η στιγμή που βρήκες την μαμά σου να σε περιμένει ξύπνια στην κουζίνα πριν την αναχώρηση και η στιγμή που άνοιξες το κουτάκι με τις καραμέλες για να νιώσεις τους δικούς σου κοντά...Μπράβο για την δύναμη και το θάρρος σου αγαπημένη μου!♥

Ariadne είπε...

Κι όμως τη διάβασα όλη την ανάρτησή σου αχόρταγα.Τι να πω! Μπράβο που τα κατάφερες να ανέβεις, μπράβο που κάνεις αυτό που σε γεμίζει και σε ευχαριστεί για να έχεις μετά να δώσεις και στους άλλους, στην οικογένειά σου, στους φίλους, στους ασθενείς, στον κόσμο όλο!AriadnefromGreece!

maurogialouro είπε...

Κατερίνα η ανάρτηση σου μου έφερε δάκρυα χαρας μπράβο κορίτσι μου
Αγγελική από Πάτρα

ΑΝΤΙΓΟΝΗ ΣΔΡΟΛΙΑ είπε...

Κατερίνα, σε ευχαριστουμε για αυτή την ανάρτηση.💚💙💜💛 can't wait for part 2...

marianthkan είπε...

Ελπίζω να είσαι καλά Κατερινάκι...με τρομάζεις..θυμάμαι που είχαμε πάει με την ΘΚ μέχρι το πρώτο καταφύγιο...παραπάνω εγώ δεν πήγα. Και με υψοφοβία έκλαιγα, και την τσάντα μου την κουβαλούσε ο Γ. ένας από τους συντονιστές μου (μαλλί, γυαλί και παντελόνι lee)και από την άλλη άλλο μέλος ο Σ. για να μην είμαι κοντά στον γκρεμό και ...έκλαιγα έκλαιγα...και σιχτίριζα που την πάτησα έτσι και βρέθηκα εκεί...κλαψ λυγμ...
Στο καταφύγιο όμως...ήταν ωραία...ναι....φασολάδα νόστιμη...γέλιο...συγκίνηση και παιχνίδια...στον μαγικό αυτό κόσμο της ΙΘΑΚΗΣ...
σε φιλώ....

Ελίνα είπε...

Απίστευτη διήγηση. Το διάβασα τόσο αργά ώστε να προσέξω μέχρι και τα κόμματα και τις τελείες σου. Με ταξίδεψες σε άλλον κόσμο.

Ανώνυμος είπε...

Δεν θυμάμαι άλλη ανάρτησή σου, να περιέχει τόσο πολύ Θεό...Ίσως όμως και να κάνω λάθος...(Αννα Ζ.)

Geo είπε...

Κατερίνα μου δεν έχω λόγια. Η δύναμη αυτή της ψυχής σου, το χαμόγελο και το καθαρό σου βλέμμα σε κάνουν αξιοθαύμαστη, με κάνουν να θέλω να γίνομαι κάθε μέρα καλύτερος άνθρωπος, με κάνουν να θέλω να ανακαλύπτω ολοένα και περισσότερο τον εαυτό μου.

YiannaM Panou είπε...

Είσαι έμπνευση...

Ελπίδα - two boys and hope είπε...

Πόσο πραγματικα περηφανη ειμαι για σενα!!! Μπραβο Κατερινα μου!! χιλια μπραβο για τη θεληση σου, για τη δυναμη σου, για το πεισμα σου και το κουραγιο σου!! Μακαρι να αξιωθουμε ολοι να ανεβουμε τα βουνα μας.. πολλα πολλα φιλια

Elena Plas είπε...

Πόση έμπνευση μπορείς να μοιράσεις.....
Πόσες όμορφες στιγμές να μοιραστείς μαζί μας...
Συνέχισε έτσι...και εμείς μαζί σου...!!!

Αφροδίτη είπε...

Η ιστορία σου χθες το βράδυ έγινε το δικό μας παραμύθι, ένα παραμύθι που δε χορταινόταν, ένα παραμύθι, που αντί να νανουρίζει τον Ντιν, τόσο τον ενθουσίαζε και τον ξεσήκωνε ξανά και ξανά. Αποκαμωμένος κάποια στιγμή από την πολύωρη ανάβαση στο θρόνο του Ορφέα τελικά αποκοιμήθηκε, στην αγκαλιά μου, όπως κάθε βράδυ, αλλά τα μαλλιά του αυτήν τη φορά μύριζαν διαφορετικά, αλλιώτικα, σαν από καμμένο ξύλο θαρρώ, σαν από την μπουμπουνιασμένη μαντεμένια ξυλόσομπα του καταφυγίου... Μας συνεπήρες, αγαπημένη μου Κατερίνα, μας συνεπήρες πραγματικά!

Μαρία Έλενα είπε...

Όμορφες φωτος
Φιλάκια ...

Παίζουμε μαζί είπε...

Την έχουμε κάνει κι εμείς Κατερίνα την διαδρομή αυτή. Είναι μαγική. Τώρα θα ήθελα πολύ να ανέβουμε την Γκαμήλα είναι ένα όνειρο που θέλω πολύ να πραγματοποιήσω. Εύχομαι πάντα το ταξίδι σου να είναι ωραίο και να ζεις κάθε στιγμή του! :)

Ζέφη

Ανώνυμος είπε...

Σ' ευχαριστώ...

Γιώτα από Αθήνα

Christina D είπε...

Συγκλονιστική! Διαβάζοντας ένιωθα την συγκίνηση σου ... Σχεδον παντα διαβαζω τις ανάρτησεις σου τις παρασκευές στη διαδρομή προς την δουλεια, μου κρατούν συντροφιά!

ΘΟΔΩΡΟΣ ΚΑΡΑΓΕΩΡΓΟΣ είπε...

Ποιητική ανάβαση - παρουσίαση, εύγε από ένα φίλο του Ολύμπου!!!Απορία: που ήταν τα αγριοκάτσικα; δεν είχατε συνάντηση;

KaPaworld είπε...

Και βέβαια συναντήσαμε Θόδωρε και είναι στην συνέχεια της πρωτης ανάρτησης...εδώ δηλαδή http://www.kapaworld.gr/2015/09/blog-post_14.html